מיקווין

ψηλαφώ

Ελληνικά

AI במילים פשוטות

כותב הסבר קצר…

נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.

ψηλαφώ

  • psi.laˈfo

מאיפה זה בא

ψηλαφώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ψηλαφέω / ψηλαφῶ

פועל ψηλαφώ · ψηλαφίζω

  1. αγγίζω κάτι με τις άκρες των δαχτύλων, πολύ απαλά, προκειμένου να διαπιστώσω κάτι
  2. especially, ειδικότερα ψάχνω εξεταστικά με την αφή για να εντοπίσω κάτι που δεν γίνεται αντιληπτό με την όραση
  3. εξετάζω ※ Τον τρόπο της ζωής τον σπουδάζουμε πάντοτε σαν χαμένο παράδεισο. Τον ψηλαφούμε στη στέρηση, στο εκμαγείο της απουσίας του. Έγγλυφο ίχνος του τρόπου της ζωής είναι η πίκρα της μοναξιάς στην ψυχή μας, η ανέραστη μοναχικότητα. (Χρήστος Γιανναράς, Σχόλιο στο Άσμα Ασμάτων, Δόμος, Αθήνα 1991, σσ. 7-10)

באנגלית

  • feel intransitive: to search by touching
  • palpate to examine by feeling

לדבר על המילה הזו

ציטוט
MLA

"ψηλαφώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%B7%CE%BB%CE%B1%CF%86%CF%8E. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ψηλαφώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%B7%CE%BB%CE%B1%CF%86%CF%8E

Chicago

"ψηλαφώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%B7%CE%BB%CE%B1%CF%86%CF%8E.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ψηλαφώ},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%B7%CE%BB%CE%B1%CF%86%CF%8E},
  urldate = {2026-11-07}
}