מיקווין

ψητός

Ελληνικά · מילים נרדפות והפכים

AI במילים פשוטות

כותב הסבר קצר…

נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.

ψητός¹

מאיפה זה בא

ψητός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἑψητός (βραστός) με αποβολή του αρχικού φωνήεντος όπως από ἕψω > ψήνω (+ κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τός). Η σημασία από τη μεσαιωνική.

שם תואר ψητός · ψητή · ψητό · ψητού · ψητής

  1. για φαγητό που έχει παρασκευαστεί με ψήσιμο στο φούρνο ή στα κάρβουνα

דומה: ψημένος · הפך: άψητος

Ψητός²

מאיפה זה בא

Ψητός < ψητός

שם פרטי Ψητός · Ψητοί · Ψητού · Ψητών · Ψητό · Ψητούς

  1. ανδρικό επώνυμο

מילים נרדפות והפכים

שם תואר

דומה: ψημένος · הפך: άψητος

באנגלית

  • roast having been cooked by roasting

לדבר על המילה הזו

ציטוט
MLA

"ψητός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%B7%CF%84%CF%8C%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

ψητός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%B7%CF%84%CF%8C%CF%82

Chicago

"ψητός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%B7%CF%84%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ψητός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%B7%CF%84%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}