ψηφολέκτης
Ελληνικά
AI आसान शब्दों में
एक छोटी व्याख्या लिखी जा रही है…
नीचे दी गई प्रविष्टि से एक हाउस AI ने आपकी भाषा में लिखा। स्रोत खुद प्रविष्टि है।
ψηφολέκτης
यह कहाँ से आया
ψηφολέκτης < ψήφος + -ο- + -λέκτης (< αρχαία ελληνική λέγω=συλλέγω)
संज्ञा ψηφολέκτης · ψηφολέκτες · ψηφολέκτη · ψηφολεκτών
- αυτός που καταμετρά τις ψήφους μετά το πέρας της διεξαγωγής της ψηφοφορίας Η μοίρα του Μεχμέτ Χάιντα Γκιουλάγντιν από το Ντιγιάρμπακιρ τον έφερε να είναι ψηφολέκτης στις τοπικές εκλογές που έγιναν στην Τουρκία, στις 28 Μαρτίου του 2004. Οταν τα εκλογικά τμήματα έκλεισαν και ο Γκιουλάγντιν άρχισε να μετρά τα ψηφοδέλτια του Σοσιαλδημοκρατικού Λαϊκού Κόμματος («SHP»), ξέσπασε
अंग्रेज़ी में
- teller person who counts the votes in an election
इस शब्द पर बात करें "ψηφολέκτης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%B7%CF%86%CE%BF%CE%BB%CE%AD%CE%BA%CF%84%CE%B7%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026. ψηφολέκτης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%B7%CF%86%CE%BF%CE%BB%CE%AD%CE%BA%CF%84%CE%B7%CF%82 "ψηφολέκτης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%B7%CF%86%CE%BF%CE%BB%CE%AD%CE%BA%CF%84%CE%B7%CF%82.उद्धृत करें
@misc{micwyn_2026,
title = {ψηφολέκτης},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%B7%CF%86%CE%BF%CE%BB%CE%AD%CE%BA%CF%84%CE%B7%CF%82},
urldate = {2026-11-06}
}