ψιλός
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ψιλός¹
- psiˈlos
Where it comes from
ψιλός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ψιλός (αποψιλωμένος)
:* για τη γραμματική: < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ψιλός
:* νομικά: < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική nue-proprieté
adjective ψιλός · ψιλή · ψιλό · ψιλού · ψιλής
- λεπτός έπεφτε ψιλή βροχή· κόβω το μήλο σε ψιλές φέτες
- λεπτός σαν παιδικός (παραβάλετε με ψηλός) έχει πολύ ψιλή φωνή
- ψιλά σύμφωνα της αρχαίας ελληνικής: τα σύμφωνα κ, π, τ, τα σύγχρονα άηχα κλειστά
- ψιλή κυριότητα: το να έχει κάποιος μια ιδιοκτησία χωρίς να μπορεί να καρπώνεται και τα οικονομικά οφέλη που μπορεί να αποφέρει, την επικαρπία
- ψιλοί (στρατιώτες): στην αρχαιότητα, οι στρατιώτες που δεν έφεραν βαρύ οπλισμό
- τα ψιλά, μικρού μήκους κύματος συχνότητες, υψηλές συχνότητες
- ο αποψιλωμένος
Ψιλός²
Where it comes from
Ψιλός < ψιλός
proper noun Ψιλός · Ψιλοί · Ψιλού · Ψιλών · Ψιλό · Ψιλούς
- ανδρικό επώνυμο
In English
- thin having little thickness or extent from one surface to its opposite
Talk about this word "ψιλός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%B9%CE%BB%CF%8C%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026. ψιλός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%B9%CE%BB%CF%8C%CF%82 "ψιλός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%B9%CE%BB%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ψιλός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%B9%CE%BB%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-06}
}