ψιλός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ψιλός¹

  • psiˈlos

Sounds like ψήλος, ψύλλος

Where it comes from

ψιλός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ψιλός (αποψιλωμένος)

:* για τη γραμματική: < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ψιλός

:* νομικά: < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική nue-proprieté

adjective ψιλός · ψιλή · ψιλό · ψιλού · ψιλής

  1. λεπτός έπεφτε ψιλή βροχή· κόβω το μήλο σε ψιλές φέτες
  2. για ήχους λεπτός σαν παιδικός (παραβάλετε με ψηλός) έχει πολύ ψιλή φωνή
  3. γραμματική ψιλά σύμφωνα της αρχαίας ελληνικής: τα σύμφωνα κ, π, τ, τα σύγχρονα άηχα κλειστά
  4. νομικός όρος ψιλή κυριότητα: το να έχει κάποιος μια ιδιοκτησία χωρίς να μπορεί να καρπώνεται και τα οικονομικά οφέλη που μπορεί να αποφέρει, την επικαρπία
  5. ιστορία, στρατιωτικός όρος ψιλοί (στρατιώτες): στην αρχαιότητα, οι στρατιώτες που δεν έφεραν βαρύ οπλισμό
  6. familiar, ηχοληψία, προφορικό τα ψιλά, μικρού μήκους κύματος συχνότητες, υψηλές συχνότητες
  7. ο αποψιλωμένος

Ψιλός²

Where it comes from

Ψιλός < ψιλός

proper noun Ψιλός · Ψιλοί · Ψιλού · Ψιλών · Ψιλό · Ψιλούς

  1. ανδρικό επώνυμο

In English

  • thin having little thickness or extent from one surface to its opposite

Talk about this word

Cite this
MLA

"ψιλός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%B9%CE%BB%CF%8C%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

ψιλός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%B9%CE%BB%CF%8C%CF%82

Chicago

"ψιλός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%B9%CE%BB%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ψιλός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%B9%CE%BB%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}