ψοφώ
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ψοφώ
Where it comes from
ψοφώ < (ελληνιστική κοινή) ψοφῶ (για ζώο), (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ψοφῶ, συνηρημένο του ψοφέω (κροτώ). Συγκρίνετε και με τη λατινική crepare (κάνω κρότο) και κρεπάρω
verb ψοφάω · / ψοφώ · ψοφούσα · ψόφαγα · ψόφησα
- πεθαίνω
- πεθαίνω, χρησιμοποιείται ως ένδειξη απέχθειας για τον νεκρό δε λέει να ψοφήσει ο παλιάνθρωπος
- πεθαίνω, έχω φτάσει σε ακραίο σημείο εξάντλησης ψοφάει στην πείνα
- πεθαίνω, μου αρέσει κάτι πάρα πολύ ψοφάει για παρέα
- προκαλώ το θάνατο
- εξουθενώνω σωματικά, προκαλώ πολύ μεγάλη κούραση τον ψόφησε στη δουλειά
Talk about this word "ψοφώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%BF%CF%86%CF%8E. Accessed 7 Nov. 2026. ψοφώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%BF%CF%86%CF%8E "ψοφώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%BF%CF%86%CF%8E.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ψοφώ},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%BF%CF%86%CF%8E},
urldate = {2026-11-07}
}