ψοφώ

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ψοφώ

Where it comes from

ψοφώ < (ελληνιστική κοινή) ψοφῶ (για ζώο), (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ψοφῶ, συνηρημένο του ψοφέω (κροτώ). Συγκρίνετε και με τη λατινική crepare (κάνω κρότο) και κρεπάρω

verb ψοφάω · / ψοφώ · ψοφούσα · ψόφαγα · ψόφησα

  1. intransitive, αμετάβατο, για ζώα πεθαίνω
  2. intransitive, αμετάβατο, για ανθρώπους πεθαίνω, χρησιμοποιείται ως ένδειξη απέχθειας για τον νεκρό δε λέει να ψοφήσει ο παλιάνθρωπος
  3. figuratively, intransitive, αμετάβατο, μεταφορικά πεθαίνω, έχω φτάσει σε ακραίο σημείο εξάντλησης ψοφάει στην πείνα
  4. figuratively, μεταφορικά πεθαίνω, μου αρέσει κάτι πάρα πολύ ψοφάει για παρέα
  5. transitive, μεταβατικό, για ζώα προκαλώ το θάνατο
  6. transitive, μεταβατικό, σε σχήμα υπερβολής εξουθενώνω σωματικά, προκαλώ πολύ μεγάλη κούραση τον ψόφησε στη δουλειά

Talk about this word

Cite this
MLA

"ψοφώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%BF%CF%86%CF%8E. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ψοφώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%BF%CF%86%CF%8E

Chicago

"ψοφώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%BF%CF%86%CF%8E.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ψοφώ},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%BF%CF%86%CF%8E},
  urldate = {2026-11-07}
}