ψυχή

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ψυχή¹

  • psiˈçi

Where it comes from

ψυχή < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ψυχή

noun ψυχή · ψυχές · ψυχής · ψυχών

  1. η βασική αρχή της ανθρώπινης ύπαρξης, της ζωής του ανθρώπου και οι παντρεμένοι έχουν ψυχή
  2. το άυλο βασικό στοιχείο της ανθρώπινης φύσης, σε αντιδιαστολή με το υλικό που είναι το σώμα μέχρι να βρει η ψυχή του ανθρώπου...
  3. το αθάνατο στοιχείο της ανθρώπινης ύπαρξης Ο Θεός να αναπαύσει την ψυχή του.
  4. ο συναισθηματικός, πνευματικός και ηθικός κόσμος του ανθρώπου έχει καλή ψυχή
  5. η καλοσύνη, η γενναιοδωρία ενός ανθρώπου δεν έχεις ψυχή;
  6. broadly, κατ’ επέκταση ο καλοσυνάτος, ο γενναιόδωρος άνθρωπος είναι μεγάλη ψυχή
  7. ο άνθρωπος ως άτομο στον δρόμο δεν υπήρχε ψυχή
  8. το θάρρος, η ανδρεία θέλει ψυχή να...
  9. άτομο που με την παρουσία του και τις πράξεις του ενισχύει και εμπνέει θάρρος στο κοινωνικό σύνολο στο οποίο ανήκει ήταν η ψυχή της ομάδας
  10. προσφώνηση τρυφερή προσφώνηση προς άτομο αγαπημένο ψυχή μου
  11. έντομο η πεταλούδα
  12. μουσική, εξάρτημα οργάνου μικρό ξυλαράκι μέσα στο ηχείο εγχόρδου μουσικού οργάνου, που βοηθά στη μετάδοση των δονήσεων των χορδών και είναι κρίσιμο για την ποιότητα του ήχου

Ψυχή²

Where it comes from

Ψυχή < γενική ενικού του αρσενικού Ψυχής

proper noun Ψυχή · Ψυχής · Psychi

  1. γυναικείο επώνυμο

In English

  • butterfly insect
  • heart emotions or kindness
  • soul the spirit or essence of a person that is often believed to live on after the pe
  • psyche the human soul, mind, or spirit
  • Psyche Greco-Roman goddess
  • courageousness the state of being courageous
  • sound post wooden rod inside a musical instrument

Talk about this word

Cite this
MLA

"ψυχή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%88%CF%85%CF%87%CE%AE. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

ψυχή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%88%CF%85%CF%87%CE%AE

Chicago

"ψυχή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%88%CF%85%CF%87%CE%AE.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ψυχή},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%88%CF%85%CF%87%CE%AE},
  urldate = {2026-11-06}
}