ψυχρός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ψυχρός

  • psiˈxɾos

Where it comes from

ψυχρός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ψυχρός < ψύχω

adjective ψυχρός · ψυχρή · ψυχρό · ψυχρού · ψυχρής

  1. κρύος, του οποίου η θερμοκρασία είναι χαμηλή
  2. figuratively, μεταφορικά άνθρωπος που δεν εκδηλώνει συναισθήματα, που δεν έχει θέρμη, ζήλο, ενθουσιασμό ※ Δεν ήξερε και δεν ήθελε να πουλάει τον εαυτό του. Όλοι έλεγαν πως είναι περίπλοκο ον, ψυχρός, μπλαζέ, απόμακρος, κίλερ επαγγελματίας, φραγκοφονιάς. Κι όμως, αποδείχτηκε πιο αισθαντικός και πιο μπεσαλής από όλους. (Στέφανος Τσιτσόπουλος, Ροκ σταρ, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)
  3. φως που μοιάζει ψυχρό στο ανθρώπινο μάτι (κυρίως σε λευκή / μπλε απόχρωση) ※ και μετά δοκίμαζα πάνω στις φωτογραφίες τα φίλτρα. Να το κάνω πιο ψυχρό, να το κάνω πιο θερμό, τα κοιτούσα με την κάμερα. Ήταν καλή άσκηση και για το εταλονάζ. Για να μπορώ να ζητήσω από τον εταλονέρ αυτό που θέλω ακριβώς. (Ελισάβετ Χρονοπούλου, Γιώργος Αρβανίτης: Μια ζωή στο φως, εκδ. Πατάκης, 20
  4. figuratively, μεταφορικά που δεν προκαλεί συγκίνηση

In English

  • cold unfriendly
  • bleak desolate and exposed
  • chilly cold enough to cause discomfort

Talk about this word

Cite this
MLA

"ψυχρός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%88%CF%85%CF%87%CF%81%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ψυχρός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%88%CF%85%CF%87%CF%81%CF%8C%CF%82

Chicago

"ψυχρός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%88%CF%85%CF%87%CF%81%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ψυχρός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%88%CF%85%CF%87%CF%81%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}