מיקווין

ψωνάρα

Ελληνικά

AI במילים פשוטות

כותב הסבר קצר…

נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.

ψωνάρα

  • psoˈna.ɾa

מאיפה זה בא

ψωνάρα < ψών(ιο) + μεγεθυντικό επίθημα -άρα

שם עצם ψωνάρα · ψωνάρες · ψωνάρας

  1. offensive, μειωτικό μεγάλο ψώνιο (στη μεταφορική σημασία) ※ «Εσένα άκουγα τόσα χρόνια και βγάλαμε έναν αχάριστο, μια ψωνάρα κι έναν θεούσο ... Χαμένα λαχεία είσαστ' όλοι ! Τρία τράβηξα κι ούτε λήγοντα δεν πέτυχα» (Αλέξης Σταμάτης, Μητέρα στάχτη: μυθιστόρημα, εκδόσεις Καστανιώτη, 2005, σελ. 65)

לדבר על המילה הזו

ציטוט
MLA

"ψωνάρα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%88%CF%89%CE%BD%CE%AC%CF%81%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ψωνάρα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%88%CF%89%CE%BD%CE%AC%CF%81%CE%B1

Chicago

"ψωνάρα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%88%CF%89%CE%BD%CE%AC%CF%81%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ψωνάρα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%88%CF%89%CE%BD%CE%AC%CF%81%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}