ψωνίζω

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ψωνίζω

Where it comes from

ψωνίζω < μεσαιωνική ελληνική ψωνίζω < (ελληνιστική κοινή) ὀψωνίζομαι (προμηθεύομαι) < αρχ. ελλην. ὄψον (τρόφιμο) + ὠνέομαι (αγοράζω και εμπορεύομαι)

verb ψωνίζω

  1. αγοράζω, προμηθεύομαι ※ Κι όλες αυτές οι φωνές ανακατεύονταν με τους μονότονους χτύπους της μαχαίρας των χασάπηδων, που στες ψηλές τους τες εξέδρες, σιωπηλοί εκείνοι, ελιάνιζαν τα κρέατα χαμογελώντας στους μουστερήδες τους, και με τη βοή των ανθρώπων που εμιλούσαν αναμεταξύ τους και που επαζάριαζαν ό,τι εψώνιζαν. (Κωνστα
  2. επιλέγω επαγγελματία εραστή, συνήθως από τον δρόμο
  3. figuratively, ironic, μεταφορικά, ειρωνικό κολλάω (ασθένεια)
  4. figuratively, ironic, μεταφορικά, ειρωνικό βρίσκω, πετυχαίνω
  5. την ψωνίζω: αποκτώ μεγάλη ιδέα για τον εαυτό μου

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ψωνίζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%88%CF%89%CE%BD%CE%AF%CE%B6%CF%89. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

ψωνίζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%88%CF%89%CE%BD%CE%AF%CE%B6%CF%89

Chicago

"ψωνίζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%88%CF%89%CE%BD%CE%AF%CE%B6%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ψωνίζω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%88%CF%89%CE%BD%CE%AF%CE%B6%CF%89},
  urldate = {2026-11-06}
}