מיקווין

ψύκτρα

Ελληνικά

AI במילים פשוטות

כותב הסבר קצר…

נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.

ψύκτρα

מאיפה זה בא

ψύκτρα (νεολογισμός) < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ψύκτρα ή ψύκ(της) + θηλυκό επίθημα -τρα, (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική cooler ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))

שם עצם ψύκτρα · ψύκτρες · ψύκτρας · ψυκτρών

  1. ηλεκτρονική, υλικό υπολογιστή συσκευή που φέρει μεταλλική ψυκτική επιφάνεια και συχνά ανεμιστήρα για την ψύξη ηλεκτρονικών εξαρτημάτων κάποιοι τύποι επεξεργαστών πωλούνται μαζί με την ψύκτρα τους

באנגלית

לדבר על המילה הזו

ציטוט
MLA

"ψύκτρα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%88%CF%8D%CE%BA%CF%84%CF%81%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ψύκτρα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%88%CF%8D%CE%BA%CF%84%CF%81%CE%B1

Chicago

"ψύκτρα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%88%CF%8D%CE%BA%CF%84%CF%81%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ψύκτρα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%88%CF%8D%CE%BA%CF%84%CF%81%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}