ψώνια
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ψώνια
- ˈpso.ɲa
Where it comes from
ψώνια < πληθυντικός αριθμός του ψώνιο < μεσαιωνική ελληνική ψώνι(ν) < ελληνιστική κοινή ὀψώνιον < αρχαία ελληνική ὀψώνης < ὄψον + ὠνέομαι
noun ψώνια · ψώνιων
- τα εμπορεύματα που αγοράζονται κυρίως για κάλυψη αναγκών, όπως τα είδη διατροφής ή ρουχισμού ※ Τώρα όλα τα οικόπεδα και οι μάντρες είχαν γεμίσει σπίτια, και τα χωράφια είχαν γίνει δρόμοι, με πλατιά πεζοδρόμια. Ο κόσμος είχε πλουτίσει. Ένα μπακαλόπουλο, που μας έφερνε τα ψώνια στο σπίτι, είχε γίνει αφέντης και είχε χτίσει στον απάνω δρόμο ένα παλατάκι (Παύλος Νιρβάνας (1866-1937), Στο ξένο σ
noun ψώνια · ψώνιων
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψώνιο
In English
Talk about this word "ψώνια." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%88%CF%8E%CE%BD%CE%B9%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. ψώνια. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%88%CF%8E%CE%BD%CE%B9%CE%B1 "ψώνια." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%88%CF%8E%CE%BD%CE%B9%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ψώνια},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%88%CF%8E%CE%BD%CE%B9%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}