ω

English · Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ω¹

symbol ω · Ω

  1. το ωμέγα, το 24ο γράμμα και 7ο φωνήεν του ελληνικού αλφαβήτου πολυτονική γραφή, παραλλαγές: ῳ ώ ῴ ὼ ῲ ῶ ῷ ὠ ᾠ ὤ ᾤ ὢ ᾢ ὦ ᾦ ὡ ᾡ ὥ ᾥ ὣ ᾣ ὧ ᾧ

symbol ω

  1. φυσική το σύμβολο της γωνιακής ταχύτητας
  2. βάσεις δεδομένων στη θεωρία των σχεσιακών βάσεων δεδομένων συμβολίζει το null

interjection ω

  1. επιφώνημα θαυμασμού, απόγνωσης και άλλων συναισθημάτων. Παλιότερα γραφόταν ὤ για να διαφοροποιείται από την κλιτική ω, τι πάθαμε!
  2. επιφώνημα κλητικό που παλιότερα γραφόταν ὦ ω ρε μάνα μου!

Ω²

Where it comes from

Ω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική Ω, το σύμβολο του τελευταίου γράμματος του ελληνικού αλφαβήτου

symbol Ω · ω

  1. το ωμέγα κεφαλαίο: γράμμα του ελληνικού αλφάβητου πολυτονική γραφή, παραλλαγές: ῼ Ὼ Ὠ ᾨ Ὤ ᾬ Ὢ ᾪ Ὦ ᾮ Ὡ ᾩ Ὥ ᾭ Ὣ ᾫ Ὧ ᾯ

In English

  • oh expression of surprise
  • ah word to fill space

Talk about this word

Cite this
MLA

"ω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%89

Chicago

"ω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}