ωμότητα

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ωμότητα

Where it comes from

ωμότητα < αρχαία ελληνική ὠμότης < ὠμός

noun ωμότητα · ωμότητες · ωμότητας · ωμοτήτων

  1. η ιδιότητα του ωμού, του σκληρού, του απάνθρωπου
  2. πράξη που έχει αυτή την ιδιότητα ※ Ο πόλεμος λειτούργησε σαν ηλεκτροσόκ. Η εικόνα της ρωσικής εισβολής και των μαζικών ωμοτήτων δημιούργησε μια κοινή αίσθηση ιστορικής αλλαγής από τη Σκανδιναβία έως τη Μεσόγειο. (Economist: Όταν τελειώσει ο πόλεμος στην Ουκρανία, ξεκινά ο «εμφύλιος» της Ευρώπης Η Ναυτεμπορική, 30/11/2025 https://ww

Similar: Ναντα, κυνισμός, βαρβαρότητα, κτηνωδία, αγριότητα, σκαιότητα, αγριάδα, τραχύτητα · Opposite: ηπιότητα, επιείκεια, πραότητα

Thesaurus

In English

  • outrage excessively violent or vicious attack; atrocity
  • atrocity extremely cruel act

Talk about this word

Cite this
MLA

"ωμότητα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%89%CE%BC%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ωμότητα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%89%CE%BC%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1

Chicago

"ωμότητα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%89%CE%BC%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ωμότητα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%89%CE%BC%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}