ωριμάζω
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ωριμάζω
- o.ɾiˈma.zo
Where it comes from
ωριμάζω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὡριμάζω < αρχαία ελληνική ὥριμος
verb ωριμάζω · ωρίμασα · ωριμασμένος · ωρίμαζα · θα ωριμάζω
- αποκτώ την τελική μου μορφή (μέγεθος, χρώμα) Τα μήλα στην αυλή μας ωριμάζουν τώρα, πάρε μερικά μαζί σου αν θες.
- αποκτώ τις απαιτούμενες πνευματικές ικανότητες που μου επιτρέπουν να φέρομαι και να λειτουργώ ως ενήλικος στην κοινωνία Αυτό το παιδί δε λέει να ωριμάσει ποτέ, θυμώνει και βάζει τις φωνές με το παραμικρό.
- μεγαλώνω, γίνομαι ενήλικος Οι γάτες ωριμάζουν μέσα σε λιγότερο από ένα χρόνο.
- φτάνω σε κατάλληλο στάδιο ώστε να γίνει κάτι (συνήθως επιθυμητό) Οι συνθήκες έχουν πια ωριμάσει για να ψηφιστεί αυτός ο νόμος.
- κάνω κάποιον ή κάτι να γίνει ώριμος ο ήλιος ωριμάζει τα σταφύλια
Talk about this word "ωριμάζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%89%CF%81%CE%B9%CE%BC%CE%AC%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. ωριμάζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%89%CF%81%CE%B9%CE%BC%CE%AC%CE%B6%CF%89 "ωριμάζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%89%CF%81%CE%B9%CE%BC%CE%AC%CE%B6%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ωριμάζω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%89%CF%81%CE%B9%CE%BC%CE%AC%CE%B6%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}