ωριμάζω

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ωριμάζω

  • o.ɾiˈma.zo

Where it comes from

ωριμάζω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὡριμάζω < αρχαία ελληνική ὥριμος

verb ωριμάζω · ωρίμασα · ωριμασμένος · ωρίμαζα · θα ωριμάζω

  1. intransitive, αμετάβατο, για φρούτο ή λαχανικό αποκτώ την τελική μου μορφή (μέγεθος, χρώμα) Τα μήλα στην αυλή μας ωριμάζουν τώρα, πάρε μερικά μαζί σου αν θες.
  2. intransitive, αμετάβατο, για άνθρωπο αποκτώ τις απαιτούμενες πνευματικές ικανότητες που μου επιτρέπουν να φέρομαι και να λειτουργώ ως ενήλικος στην κοινωνία Αυτό το παιδί δε λέει να ωριμάσει ποτέ, θυμώνει και βάζει τις φωνές με το παραμικρό.
  3. intransitive, αμετάβατο, για άνθρωπο ή ζώο μεγαλώνω, γίνομαι ενήλικος Οι γάτες ωριμάζουν μέσα σε λιγότερο από ένα χρόνο.
  4. intransitive, αμετάβατο, για συνθήκες, καταστάσεις φτάνω σε κατάλληλο στάδιο ώστε να γίνει κάτι (συνήθως επιθυμητό) Οι συνθήκες έχουν πια ωριμάσει για να ψηφιστεί αυτός ο νόμος.
  5. transitive, μεταβατικό κάνω κάποιον ή κάτι να γίνει ώριμος ο ήλιος ωριμάζει τα σταφύλια

Talk about this word

Cite this
MLA

"ωριμάζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%89%CF%81%CE%B9%CE%BC%CE%AC%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ωριμάζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%89%CF%81%CE%B9%CE%BC%CE%AC%CE%B6%CF%89

Chicago

"ωριμάζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%89%CF%81%CE%B9%CE%BC%CE%AC%CE%B6%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ωριμάζω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%89%CF%81%CE%B9%CE%BC%CE%AC%CE%B6%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}