ως
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ως
- os
Where it comes from
ως < ὥς < αρχαία ελληνική ἕως.
preposition ως
- μέχρι, έως (τοπικά) Έφτασε ως την άκρη του κόσμου.
- «ως και» ακόμα και, μέχρι και Ως και η ίδια του η μάνα τον μίσησε στο τέλος.
particle ως
- με την ιδιότητα του/της Σας μιλώ ως επιστήμονας.
- για κάτι που του αποδίδεται μία ιδιότητα, όπως (και) έναν/μια/ένα Να αντιμετωπίζεις καθετί νέο ως πρόκληση και όχι ως απειλή.
- πως/ότι είμαι Θεωρείται ως αριστούργημα.
adverb ως
- με τον τρόπο που, όπως Να δέχεσαι τα πράγματα ως έχουν.
- «ως προς» σχετικά με (κάτι), όσον αφορά σε (κάτι) Οι επιδόσεις του είναι μέτριες αλλά ως προς την διαγωγή του δεν παρατηρήσαμε κάτι το αξιόμεμπτο.
conjunction ως
- καθώς, εκεί που
In English
Talk about this word "ως." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%89%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026. ως. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%89%CF%82 "ως." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%89%CF%82.
Cite this
MLA
APA
Chicago
BibTeX
@misc{micwyn_2026,
title = {ως},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%89%CF%82},
urldate = {2026-11-06}
}