ως

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ως

  • os

Where it comes from

ως < ὥς < αρχαία ελληνική ἕως.

preposition ως

  1. μέχρι, έως (τοπικά) Έφτασε ως την άκρη του κόσμου.
  2. «ως και» ακόμα και, μέχρι και Ως και η ίδια του η μάνα τον μίσησε στο τέλος.

particle ως

  1. με την ιδιότητα του/της Σας μιλώ ως επιστήμονας.
  2. για κάτι που του αποδίδεται μία ιδιότητα, όπως (και) έναν/μια/ένα Να αντιμετωπίζεις καθετί νέο ως πρόκληση και όχι ως απειλή.
  3. πως/ότι είμαι Θεωρείται ως αριστούργημα.

adverb ως

  1. αναφορικό με τον τρόπο που, όπως Να δέχεσαι τα πράγματα ως έχουν.
  2. «ως προς» σχετικά με (κάτι), όσον αφορά σε (κάτι) Οι επιδόσεις του είναι μέτριες αλλά ως προς την διαγωγή του δεν παρατηρήσαμε κάτι το αξιόμεμπτο.

conjunction ως

  1. dated, παρωχημένο καθώς, εκεί που

In English

  • qua in the capacity of
  • as In the role of
  • until up to the time of
  • like similar to

Talk about this word

Cite this
MLA

"ως." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%89%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

ως. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%89%CF%82

Chicago

"ως." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%89%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ως},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%89%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}