όαση

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

όαση

  • ˈo.a.si

Where it comes from

όαση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὄα(σις) + -ση < αρχαία αιγυπτιακή wḥ't (καζάνι, κοίλωμα, λάκκος). Συγκρίνετε την αραβική واحة (wãḥat).

noun όαση · οάσεις · όασης · οάσεων

  1. γεωγραφία εύφορη περιοχή, με βλάστηση και νερό, μέσα στην έρημο ※ Έδειχνε την παράξενη γη τους, με τα τραχιά βουνά, τις ξηρές κοίτες των ποταμών που στέρευαν πριν φτάσουν στη θάλασσα, τις βαθιές βραχώδεις κοιλάδες, τις αλμυρές λίμνες, τις καταπράσινες οάσεις, τα χρυσαφένια αμμώδη κύματα της ερήμου που σήκωνε βουνά ο χαμσίν. (Στέλλα Σελήνη, Κόκκινη θάλασσα, εκδ.
  2. figuratively, μεταφορικά ευχάριστη κατάσταση, δραστηριότητα ή τόπος

In English

  • oasis spring surrounded by fertile area

Talk about this word

Cite this
MLA

"όαση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%8C%CE%B1%CF%83%CE%B7. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

όαση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%8C%CE%B1%CF%83%CE%B7

Chicago

"όαση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%8C%CE%B1%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {όαση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%8C%CE%B1%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-06}
}