όλος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

όλος

Where it comes from

όλος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ὅλος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *solwos

adjective όλος · όλη · όλο · όλου · όλης

  1. ένα πρόσωπο ή πράγμα στο σύνολό του, χωρίς να εξαιρείται κανένα τμήμα του όλο του το είναι ήταν δοσμένο στην επιστήμη
  2. plural, στον πληθυντικό για μια ομάδα στοιχείων στο σύνολό της, χωρίς να εξαιρείται κανένα μέλος της όλοι μου οι φίλοι παντρευτήκανε
  3. με επανάληψη όλοι κι όλοι - όλες κι όλες -όλα κι όλα: συνολικά (για να δηλωθεί ένας αριθμός που θεωρείται σχετικά περιορισμένος) έχω πάνω μου όλα κι όλα πέντε ευρώ

Talk about this word

Cite this
MLA

"όλος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%8C%CE%BB%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

όλος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%8C%CE%BB%CE%BF%CF%82

Chicago

"όλος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%8C%CE%BB%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {όλος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%8C%CE%BB%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}