όλος
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
όλος
Where it comes from
όλος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ὅλος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *solwos
adjective όλος · όλη · όλο · όλου · όλης
- ένα πρόσωπο ή πράγμα στο σύνολό του, χωρίς να εξαιρείται κανένα τμήμα του όλο του το είναι ήταν δοσμένο στην επιστήμη
- για μια ομάδα στοιχείων στο σύνολό της, χωρίς να εξαιρείται κανένα μέλος της όλοι μου οι φίλοι παντρευτήκανε
- όλοι κι όλοι - όλες κι όλες -όλα κι όλα: συνολικά (για να δηλωθεί ένας αριθμός που θεωρείται σχετικά περιορισμένος) έχω πάνω μου όλα κι όλα πέντε ευρώ
Talk about this word "όλος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%8C%CE%BB%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. όλος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%8C%CE%BB%CE%BF%CF%82 "όλος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%8C%CE%BB%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {όλος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%8C%CE%BB%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}