Όλυμπος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

Όλυμπος

  • ˈo.lim.bos

Where it comes from

Όλυμπος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική Ὄλυμπος

proper noun Όλυμπος · Όλυμποι · Όλυμπου · Ολύμπου · Όλυμπων · Ολύμπων

  1. το ψηλότερο βουνό της Ελλάδας (υψόμετρο 2918 μ.), όπου σύμφωνα με την αρχαία ελληνική παράδοση κατοικούσαν οι δώδεκα Ολύμπιοι θεοί των αρχαίων Ελλήνων ※ Ο Όλυμπος είναι το ψηλότερο βουνό της Ελλάδας, και το δεύτερο ψηλότερο στα Βαλκάνια με μια σειρά από ψηλές κορυφές που αυλακώνουν βαθιές χαράδρες, γύρω από τις οποίες εκτείνεται μια περιοχή ιδιαίτερης βιοποικιλότητας.
  2. ονομασία βουνών σε διάφορα μέρη της Ελλάδας· βουνό της Κύπρου· ιστορική ονομασία βουνών της Τουρκίας

proper noun Όλυμπος · Όλυμποι · Όλυμπου · Ολύμπου · Όλυμπων · Ολύμπων

  1. χωριό της Ελλάδας, στην Κάρπαθο

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"Όλυμπος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%8C%CE%BB%CF%85%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

Όλυμπος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%8C%CE%BB%CF%85%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%82

Chicago

"Όλυμπος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%8C%CE%BB%CF%85%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {Όλυμπος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%8C%CE%BB%CF%85%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}