όμηρος
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
όμηρος¹
- ˈo.mi.ɾos
Where it comes from
όμηρος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὅμηρος
noun όμηρος · όμηροι · ομήρου · όμηρου · ομήρων · όμηρο
- αιχμάλωτος που λαμβάνεται ως εγγύηση ότι θα τηρηθούν οι όροι μιας συμφωνίας
- αιχμάλωτος του οποίου απειλείται ακόμα και η ζωή, αν δεν ικανοποιηθούν οι επιθυμίες ή τα αιτήματα αυτού που τον αιχμαλώτισε. ※ Αυτοί που γλύτωσαν ήταν οι Λιφιεράκηδες. Τζερεμέδες και παραβατικοί, μαθημένοι να δυσπιστούν. Έβαλαν τσιλιαδόρο στο έμπα του χωριού, που όταν είδε τα σκούρα έτρεξε και τους ειδοποίησε. Και σκορπίστηκαν οι μπαγάσηδες χωρίς να ειδοποιήσουν κανέναν, ούτε τους οργανοπαίκτες, που οι Γερμανοί φεύγοντας
- που δεν μπορεί να κινηθεί ελεύθερα για να επιλύσει ένα πρόβλημα ή να αντιμετωπίσει μία κατάσταση ο πρωθυπουργός είναι όμηρος της εσωκομματικής αντιπολίτευσης
Όμηρος²
Where it comes from
Όμηρος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική Ὅμηρος
proper noun Όμηρος · Όμηροι · Όμηρου · Ομήρου · Όμηρων · Ομήρων
- ανδρικό όνομα
- αρχαίος Έλληνας ποιητής
In English
Talk about this word "όμηρος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%8C%CE%BC%CE%B7%CF%81%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. όμηρος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%8C%CE%BC%CE%B7%CF%81%CE%BF%CF%82 "όμηρος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%8C%CE%BC%CE%B7%CF%81%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {όμηρος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%8C%CE%BC%CE%B7%CF%81%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}