όπερα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
όπερα
Where it comes from
όπερα < (άμεσο δάνειο) ιταλική opera < λατινική opera (έργο), επίσης πληθυντικός αριθμός του opus (έργο)
noun όπερα · όπερες · όπερας · οπερών
- μουσικοθεατρικό είδος, που συνδυάζει το δράμα, τη θεατρική δράση, με τη μουσική, με το τραγούδι Η όπερα γεννήθηκε στη Φλωρεντία του 16ου αιώνα, από την προσπάθεια μιας παρέας φίλων ουμανιστών να αναβιώσουν το αρχαίο ελληνικό δράμα.
- κάθε συγκεκριμένο έργο του είδους αυτού οι καλλιτέχνες θα ερμηνεύσουν άριες από διάσημες όπερες
- κτίριο που φτιάχτηκε κατάλληλα για να στεγάζει τέτοιου είδους παραστάσεις Η όπερα του Σίδνεϊ είναι έργο του δανού αρχιτέκτονα Jørn Utzon.
- ο φορέας, η διοίκηση, ο θεμός μιας συγκεκριμένης όπερας Έχει εμφανιστεί στις σπουδαιότερες όπερες του κόσμου, στην όπερα του Μιλάνου, στην όπερα Metropolitan της Νέας Υόρκης.
In English
- opera theatrical work
- opera house theatre for opera
Talk about this word "όπερα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%8C%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026. όπερα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%8C%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B1 "όπερα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%8C%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {όπερα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%8C%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B1},
urldate = {2026-11-06}
}