όπερα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

όπερα

Where it comes from

όπερα < (άμεσο δάνειο) ιταλική opera < λατινική opera (έργο), επίσης πληθυντικός αριθμός του opus (έργο)

noun όπερα · όπερες · όπερας · οπερών

  1. μουσική μουσικοθεατρικό είδος, που συνδυάζει το δράμα, τη θεατρική δράση, με τη μουσική, με το τραγούδι Η όπερα γεννήθηκε στη Φλωρεντία του 16ου αιώνα, από την προσπάθεια μιας παρέας φίλων ουμανιστών να αναβιώσουν το αρχαίο ελληνικό δράμα.
  2. κάθε συγκεκριμένο έργο του είδους αυτού οι καλλιτέχνες θα ερμηνεύσουν άριες από διάσημες όπερες
  3. κτίριο που φτιάχτηκε κατάλληλα για να στεγάζει τέτοιου είδους παραστάσεις Η όπερα του Σίδνεϊ είναι έργο του δανού αρχιτέκτονα Jørn Utzon.
  4. ο φορέας, η διοίκηση, ο θεμός μιας συγκεκριμένης όπερας Έχει εμφανιστεί στις σπουδαιότερες όπερες του κόσμου, στην όπερα του Μιλάνου, στην όπερα Metropolitan της Νέας Υόρκης.

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"όπερα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%8C%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

όπερα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%8C%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B1

Chicago

"όπερα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%8C%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {όπερα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%8C%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B1},
  urldate = {2026-11-06}
}