όπλο
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
όπλο
- ˈo.plo
Where it comes from
όπλο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὅπλον (εργαλείο) και σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική arme
noun όπλο · όπλα · όπλου · όπλων
- καθετί που χρησιμεύει για την άμυνα ή την επίθεση ※ Ο Απόλλωνας... Είχε για σύμβολο τη λύρα. Ο Άρης\, ο θεός του πολέμου. Το σύμβολό του ήταν τα όπλα: η ασπίδα, η περικεφαλαία και το δόρυ. (Θεόδωρος Παπαλοΐζος, Η Αδερφή μου στην Αθήνα, 2005)
- ο στρατός
- στρατιωτικό μάχιμο σώμα
- εφόδιο για επίτευξη οποιουδήποτε σκοπού
In English
Talk about this word "όπλο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%8C%CF%80%CE%BB%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. όπλο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%8C%CF%80%CE%BB%CE%BF "όπλο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%8C%CF%80%CE%BB%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {όπλο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%8C%CF%80%CE%BB%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}