όραση
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
όραση
- ˈo.ɾa.si
Where it comes from
όραση < ὁράω-ὁρῶ
noun όραση · οράσεις · όρασης · οράσεων
- μία από τις πέντε αισθήσεις· η ικανότητα ενός οργανισμού να προσλαμβάνει με τα μάτια οπτικά ερεθίσματα και να σχηματίζει οπτικές αναπαραστάσεις της εξωτερικής πραγματικότητας. ※ Προχωρούσε στα τυφλά απελπισμένος. Τυφλός είναι αυτός που δεν μπορεί να δει, καθώς τα αισθητήρια όργανα της όρασης έχουν υποστεί βλάβη. Και στραβός έγραφε το βικιλεξικό. Όχι ρε παιδί μου, έβλεπε κανονικά. (Νίκης Μουντράκη, Ταφικά έθιμα / Εκ των άνω, χάρτης, 79, Ιούλιος 2025 https://www.hartismag.g
In English
- perception vision (ability)
- vision sense or ability of sight
- eyesight faculty of sight
Talk about this word "όραση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%8C%CF%81%CE%B1%CF%83%CE%B7. Accessed 6 Nov. 2026. όραση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%8C%CF%81%CE%B1%CF%83%CE%B7 "όραση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%8C%CF%81%CE%B1%CF%83%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {όραση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%8C%CF%81%CE%B1%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-06}
}