όριο

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

όριο¹

  • ˈo.ɾi.o

Where it comes from

όριο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὅριον, υποκοριστικό του ὅρος < πρωτοελληνική *wórwos < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *werw-

: (μεταφορική έννοια & μαθηματικός όρος) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική limite

noun όριο · όρια · ορίου · όριου · ορίων

  1. σύνορο
  2. figuratively, literally, κυριολεκτικά, μεταφορικά το σημείο που βρίσκεται στην άκρη ή σε κάποιον ακρότατο τόπο
  3. figuratively, μεταφορικά ό,τι διαχωρίζει πράγματα, καταστάσεις, χρονικές περιόδους κ.λπ. ή βρίσκεται ανάμεσά τους
  4. μαθηματικά η τιμή στην οποία συγκλίνει μια ακολουθία, δηλαδή η κοινή τιμή του ανώτερου και του κατώτερου ορίου μιας ακολουθίας

Όριο²

  • ˈo.ɾi.o

Where it comes from

Όριο < όριο

proper noun Όριο · Όρια · Ορίου · Όριου · Ορίων

  1. χωριό της Εύβοιας

In English

  • boundary dividing line or location between two areas
  • limit restriction; bound beyond which one may not go
  • confine limit

Talk about this word

Cite this
MLA

"όριο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%8C%CF%81%CE%B9%CE%BF. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

όριο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%8C%CF%81%CE%B9%CE%BF

Chicago

"όριο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%8C%CF%81%CE%B9%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {όριο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%8C%CF%81%CE%B9%CE%BF},
  urldate = {2026-11-06}
}