ميكوين

ύδρευση

Ελληνικά

AI بكلمات بسيطة

جارٍ كتابة شرح قصير…

كتبه ذكاء الموقع الاصطناعي من المدخل أدناه، بلغتك. المدخل نفسه هو المصدر.

ύδρευση

من أين أتت

ύδρευση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὕδρευ(σις) + -ση < αρχαία ελληνική ὑδρεύω < ὕδωρ

اسم ύδρευση · υδρεύσεις · ύδρευσης · υδρεύσεων

  1. δίκτυο μεταφοράς του νερού σε κατοίκους μιας περιοχής ※ Την Δευτέρα, 14 Σεπτεμβρίου 2020, στο Δημαρχείο υπογράφηκε η σύμβαση για την εκτέλεση της “Προμήθειας συστήματος αποσιδήρωσης – απομαγγανίωσης για την ύδρευση του οικισμού Ανθούπολης στο Δ.Κ. Λητής...

بالإنجليزية

تحدّث عن هذه الكلمة

استشهد بهذا
MLA

"ύδρευση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%8D%CE%B4%CF%81%CE%B5%CF%85%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ύδρευση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%8D%CE%B4%CF%81%CE%B5%CF%85%CF%83%CE%B7

Chicago

"ύδρευση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%8D%CE%B4%CF%81%CE%B5%CF%85%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ύδρευση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%8D%CE%B4%CF%81%CE%B5%CF%85%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}