ύλη

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ύλη¹

  • ˈi.li

Where it comes from

ύλη < αρχαία ελληνική ὕλη

noun ύλη · ύλες · ύλης · υλών

  1. η ουσία από την οποία αποτελούνται όλα τα σώματα. Διαθέτει φυσικές και χημικές ιδιότητες, αποτελείται από μικροσκοπικά σωματίδια και μπορεί να βρίσκεται σε στερεή, υγρή ή αέρια μορφή οργανική / ανόργανη ύλη
  2. καθετί που έχει μάζα, όγκο και βάρος και το αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις
  3. η ουσία κατασκευής κάποιου πράγματος ξύλινη / μεταλλική ύλη
  4. κάθετι που φθείρεται και χρησιμοποιείται για να παραχθεί κάτι άλλο καύσιμη ύλη
  5. το περιεχόμενο ενός βιβλίου, μιας εφημερίδας, ενός εντύπου περιοδικό με πλούσια ύλη
  6. το γνωστικό αντικείμενο που περιλαμβάνει ένα μάθημα εξεταστέα / διδαχθείσα ύλη
  7. το αντικείμενο για το οποίο είναι κάποιος αρμόδιος
  8. καθετί που εκκρίνει το σώμα φυσιολογικά ή παθολογικά
  9. τα υλικά αγαθά, οι απολαύσεις του φαγητού, του ποτού κ.λπ. (σε αντίθεση με τις πνευματικές απολαύσεις} το κυνήγι της ύλης απασχολεί τον σύγχρονο άνθρωπο

Ύλη²

Where it comes from

Ύλη < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Ύλη

  1. γυναικείο όνομα

In English

  • matter basic structural component of the universe

Talk about this word

Cite this
MLA

"ύλη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%8D%CE%BB%CE%B7. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

ύλη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%8D%CE%BB%CE%B7

Chicago

"ύλη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%8D%CE%BB%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ύλη},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%8D%CE%BB%CE%B7},
  urldate = {2026-11-06}
}