ύλη
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ύλη¹
- ˈi.li
Where it comes from
ύλη < αρχαία ελληνική ὕλη
noun ύλη · ύλες · ύλης · υλών
- η ουσία από την οποία αποτελούνται όλα τα σώματα. Διαθέτει φυσικές και χημικές ιδιότητες, αποτελείται από μικροσκοπικά σωματίδια και μπορεί να βρίσκεται σε στερεή, υγρή ή αέρια μορφή οργανική / ανόργανη ύλη
- καθετί που έχει μάζα, όγκο και βάρος και το αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις
- η ουσία κατασκευής κάποιου πράγματος ξύλινη / μεταλλική ύλη
- κάθετι που φθείρεται και χρησιμοποιείται για να παραχθεί κάτι άλλο καύσιμη ύλη
- το περιεχόμενο ενός βιβλίου, μιας εφημερίδας, ενός εντύπου περιοδικό με πλούσια ύλη
- το γνωστικό αντικείμενο που περιλαμβάνει ένα μάθημα εξεταστέα / διδαχθείσα ύλη
- το αντικείμενο για το οποίο είναι κάποιος αρμόδιος
- καθετί που εκκρίνει το σώμα φυσιολογικά ή παθολογικά
- τα υλικά αγαθά, οι απολαύσεις του φαγητού, του ποτού κ.λπ. (σε αντίθεση με τις πνευματικές απολαύσεις} το κυνήγι της ύλης απασχολεί τον σύγχρονο άνθρωπο
Ύλη²
Where it comes from
Ύλη < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Ύλη
- γυναικείο όνομα
In English
- matter basic structural component of the universe
Talk about this word "ύλη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%8D%CE%BB%CE%B7. Accessed 6 Nov. 2026. ύλη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%8D%CE%BB%CE%B7 "ύλη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%8D%CE%BB%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ύλη},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%8D%CE%BB%CE%B7},
urldate = {2026-11-06}
}