Μίκουιν

ύπαρχος

Ελληνικά

AI Με απλά λόγια

Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…

Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.

ύπαρχος¹

  • ˈi.paɾ.xos

Από πού έρχεται

ύπαρχος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὕπαρχος (υπαρχηγός στο στρατό) < ὑπό (ύπ-) + -αρχος (ἄρχω)

ουσιαστικό ύπαρχος · ύπαρχοι · υπάρχου · ύπαρχου · υπάρχων · ύπαρχο

  1. στρατιωτικός βαθμός, ναυτικός όρος ο αμέσως επόμενος στην ιεραρχία κάτω από τον κυβερνήτη ενός πολεμικού πλοίου ή τον καπετάνιο ενός εμπορικού
  2. ιστορία αυτός που είχε την ευθύνη της τροφοδοσίας και γενικότερα της επιμελητείας ενός στρατού (ιδίως όταν βρισκόταν σε εκστρατεία)
  3. ιστορία υπαρχηγός, υποδιοικητής

Ύπαρχος²

Από πού έρχεται

Ύπαρχος < → λείπει η ετυμολογία

κύριο όνομα Ύπαρχος · Yparchos

  1. ανδρικό επώνυμο

Στα αγγλικά

  • first mate nautical: officer next in rank to the captain

Συζήτησε αυτή τη λέξη

Παραπομπή
MLA

"ύπαρχος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%8D%CF%80%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ύπαρχος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%8D%CF%80%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%BF%CF%82

Chicago

"ύπαρχος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%8D%CF%80%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ύπαρχος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%8D%CF%80%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}