ύπατος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ύπατος¹

  • ˈi.pa.tos

Where it comes from

ύπατος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὕπατος (ανώτατος, ύψιστος). Η σημασία του ουσιαστικοποιημένου για το ρωμαϊκό αξίωμα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὕπατος (εννοείται στρατηγός) < απόδοση για τη λατινική consul

adjective ύπατος · ύπατη · ύπατο · ύπατου · ύπατης

  1. formal, λόγιο πολύ σημαντικός, ανώτατος ύπατα αξιώματα

noun ύπατος · ύπατη · ύπατο · ύπατου · ύπατης

  1. ρωμαϊκή, ιστορία ο ένας από τους δύο εκλεγμένους άρχοντες που ασκούσαν την εκτελεστική εξουσία και είχαν την ηγεσία του στρατού

Ύπατος²

Where it comes from

Ύπατος < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Ύπατος

  1. ανδρικό όνομα

Talk about this word

Cite this
MLA

"ύπατος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%8D%CF%80%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ύπατος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%8D%CF%80%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82

Chicago

"ύπατος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%8D%CF%80%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ύπατος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%8D%CF%80%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}