ύπνος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ύπνος¹

  • ˈi.pnos

Where it comes from

ύπνος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ὕπνος < πρωτοελληνική *húpnos < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *supnós < *swep- (κοιμάμαι) + *-nós

noun ύπνος · ύπνοι · ύπνου · ύπνων · ύπνο · ύπνους

  1. η περιοδική κατάσταση κατά την οποία οι φυσιολογικές λειτουργίες του οργανισμού ενός ανθρώπου ή ζώου επιβραδύνονται και το πνεύμα έχει μειωμένη συνείδηση του εαυτού του και μειωμένη επαφή με το περιβάλλον ※ Πρόκειται για τα λεγόμενα lucid dreams ή συνειδητά όνειρα. Και όταν μιλάμε για «ονειροναυτική», δεν κινούμαστε στον χώρο της παραψυχολογίας αλλά στον χώρο των επιστημονικών ερευνών για τη φύση του ύπνου (Η παραδοξότητα του ξύπνιου μέσα στον ύπνο, Το ΒΗΜΑ, 24/11/2008 https://www.tovima.gr/2008/11/2

Ύπνος²

Where it comes from

Ύπνος < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Ύπνος

  1. ανδρικό όνομα

In English

  • sleep state of reduced consciousness
  • Hypnos Hypnos, the Greek god of sleep

Talk about this word

Cite this
MLA

"ύπνος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%8D%CF%80%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

ύπνος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%8D%CF%80%CE%BD%CE%BF%CF%82

Chicago

"ύπνος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%8D%CF%80%CE%BD%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ύπνος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%8D%CF%80%CE%BD%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}