ύφεση

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ύφεση

  • ˈi.fe.si

Where it comes from

ύφεση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὕφε(σις) (χαλάρωση των χορδών μουσικού οργάνου, ελάττωση)+ -ση < ὑφίημαι (υποχωρώ) < ὑπό (ύφ-) ἵημι.

: υποχώρηση έντασης < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική détente

: οικονομική ύφεση < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική dépression

noun ύφεση · υφέσεις · ύφεσης · υφέσεων

  1. ιατρική η μείωση της έντασης μιας ασθένειας, η υποχώρηση των συμπτωμάτων της Η επιδημία παρουσίασε ύφεση.

    Opposite: έξαρση

  2. διεθνής πολιτική η μείωση της έντασης ανάμεσα στα έθνη, η μείωση των εξοπλισμών
  3. οικονομία η επιβράδυνση του ρυθμού ανάπτυξης της οικονομικής δραστηριότητας
  4. μουσική η αλλοίωση ενός φθόγγου κατά ένα ημιτόνιο προς τα κάτω σύμβολο: ♭

    Opposite: δίεση

In English

  • recession period of reduced economic activity
  • flat music: note played a semitone lower than a natural
  • depression economics: period of major economic contraction
  • bemol bemol

Talk about this word

Cite this
MLA

"ύφεση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%8D%CF%86%CE%B5%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ύφεση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%8D%CF%86%CE%B5%CF%83%CE%B7

Chicago

"ύφεση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%8D%CF%86%CE%B5%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ύφεση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%8D%CF%86%CE%B5%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}