ύφεση
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ύφεση
- ˈi.fe.si
Where it comes from
ύφεση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὕφε(σις) (χαλάρωση των χορδών μουσικού οργάνου, ελάττωση)+ -ση < ὑφίημαι (υποχωρώ) < ὑπό (ύφ-) ἵημι.
: υποχώρηση έντασης < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική détente
: οικονομική ύφεση < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική dépression
noun ύφεση · υφέσεις · ύφεσης · υφέσεων
-
η μείωση της έντασης μιας ασθένειας, η υποχώρηση των συμπτωμάτων της
Η επιδημία παρουσίασε ύφεση.
Opposite: έξαρση
- η μείωση της έντασης ανάμεσα στα έθνη, η μείωση των εξοπλισμών
- η επιβράδυνση του ρυθμού ανάπτυξης της οικονομικής δραστηριότητας
-
η αλλοίωση ενός φθόγγου κατά ένα ημιτόνιο προς τα κάτω
σύμβολο: ♭
Opposite: δίεση
In English
- recession period of reduced economic activity
- flat music: note played a semitone lower than a natural
- depression economics: period of major economic contraction
- bemol bemol
Talk about this word "ύφεση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%8D%CF%86%CE%B5%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. ύφεση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%8D%CF%86%CE%B5%CF%83%CE%B7 "ύφεση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%8D%CF%86%CE%B5%CF%83%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ύφεση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%8D%CF%86%CE%B5%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}