ύφος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ύφος
Where it comes from
ύφος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὕφος (αρχαία σημασία: ύφανση) < ὑφή < ὑφαίνω
: για τον όρο γλωσσολογίας < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική register
noun ύφος · ύφη · ύφους · υφών
- ο τόνος της φωνής και η έκφραση του προσώπου που δείχνουν την ψυχική διάθεση μου απάντησε με πολύ αυστηρό ύφος
- το υπεροπτικό ή σπουδαιοφανές στοιχείο στη συμπεριφορά ενός ανθρώπου Δε μ' αρέσει αυτός ο άνθρωπος. Έχει πολύ ύφος.
- ο προσωπικός τρόπος με τον οποίο κάποιος γράφει ή μιλάει το ύφος του συγγραφέα είναι απλό αλλά γλαφυρό
-
η επιλογή του τρόπου γραφής ή ομιλίας ανάλογα με την περίσταση, με το περιβάλλον, το περικείμενο
ανεπίσημο ύφος: «Μιλάτε συχνά στο τηλέφωνο;»
επίσημο ύφος: «Ομιλείτε, παρακαλώ!»
Similar: επίπεδο
Similar: στιλ
Thesaurus
noun
Similar: στιλ
In English
Talk about this word "ύφος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%8D%CF%86%CE%BF%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026. ύφος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%8D%CF%86%CE%BF%CF%82 "ύφος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%8D%CF%86%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ύφος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%8D%CF%86%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-06}
}