ώρα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ώρα¹
- ˈo.ɾa
Where it comes from
ώρα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ὥρα
noun ώρα · ώρες · ώρας · ωρών
- το ένα εικοστό τέταρτο του ημερονυκτίου, χρονικό διάστημα ίσο με 60 λεπτά Η επέμβαση διήρκεσε τρεις ώρες.
- η διδακτική ώρα Την τρίτη ώρα θα κάνουμε μαθηματικά.
- ο αριθμός που δείχνει σε ποιο χρονικό σημείο του εικοσιτετραώρου βρισκόμαστε Η ώρα' είναι 6.20.
- το ρολόι Έχεις ώρα;
- ο χρόνος που έχει στη διάθεσή του κάποιος Δεν έχω ώρα για τέτοια.
- η χρονική στιγμή κάποιου γεγονότος Ευτυχώς λείπαμε την ώρα που μπήκε στο σπίτι ο διαρρήκτης, διαφορετικά ποιος ξέρει...
- αόριστη χρονική διάρκεια Περίμεναν με τις ώρες'
- εκκλησιαστικός όρος για ακολουθίες έψαλλαν τις Ώρες του μεσονυκτίου
- η ώριμη ή κατάλληλη ή συνήθης χρονική στιγμή για μια ενέργεια, όπως και αντίθετα η κακή συγκυρία ώρα να φάμε, ώρα να φεύγουμε, ώρα για διάβασμα
Ώρα²
Where it comes from
Ώρα < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Ώρα
- γυναικείο όνομα
In English
Talk about this word "ώρα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%8E%CF%81%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026. ώρα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%8E%CF%81%CE%B1 "ώρα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%8E%CF%81%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ώρα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%8E%CF%81%CE%B1},
urldate = {2026-11-06}
}