ώσμωση

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ώσμωση

  • ˈo.zmo.si

Where it comes from

ώσμωση < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ὤσμω(σις) + -ση < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική osmosis < γαλλική osmose < αρχαία ελληνική ὠσμός < ὠθέω / ὠθῶ

noun ώσμωση · ωσμώσεις · ώσμωσης · ωσμώσεων

  1. το φαινόμενο της διάχυσης περισσοτέρων μορίων διαλύτη (συνήθως νερού), μέσω ημιπερατής μεμβράνης, από το διάλυμα της μικρότερης συγκέντρωσης (υποτονικό διάλυμα) στο διάλυμα της μεγαλύτερης συγκέντρωσης (υπέρτονο διάλυμα)
  2. figuratively, μεταφορικά αλληλεπίδραση η ώσμωση των ιδεών

Opposite: αντώσμωση, ανάστροφη ώσμωση

Thesaurus

In English

  • osmosis movement of molecules across a membrane

Talk about this word

Cite this
MLA

"ώσμωση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%8E%CF%83%CE%BC%CF%89%CF%83%CE%B7. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

ώσμωση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%8E%CF%83%CE%BC%CF%89%CF%83%CE%B7

Chicago

"ώσμωση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%8E%CF%83%CE%BC%CF%89%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ώσμωση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%8E%CF%83%CE%BC%CF%89%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-06}
}