-άδα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
-άδα
- ˈa.ða
Where it comes from
-άδα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική -άδα < αρχαία ελληνική -ας (από την αιτιατική -άδα, όπως ἀγελάς, «τήν ἀγελάδα»)
: για χυμούς, τρόφιμα < (άμεσο δάνειο) βενετική -ada
suffix -άδα · -άδες · -άδας · -άδων
- επίθημα αφηρημένων μετεπιθετικών θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνουν μια ιδιότητα που έχει σχέση με αυτό που εκφράζει η πρωτότυπη λέξη ζωηρός > ζωηράδα
- επίθημα περιληπτικών θηλυκών ουσιαστικών που παράγονται από απόλυτα αριθμητικά δέκα > δεκάδα
- επίθημα μετουσιαστικών θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνουν χυμό ή φαγητό που παράγεται από την πρωτότυπη λέξη πορτοκάλι > πορτοκαλάδα
- επίθημα μετουσιαστικών θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνουν τη βόλτα με το όχημα που δηλώνει η πρωτότυπη λέξη ή μια ευχάριστη δραστηριότητα ποδήλατο > ποδηλατάδα, ρομάντζα > ρομαντζάδα
- επίθημα μετουσιαστικών θηλυκών ουσιαστικών ζάλη > ζαλάδα
- ασπράδα
- αφηρημάδα
- βαρκάδα
- βλιχάδα
- βυσσινάδα
- ζαλάδα
- ζωηράδα
- καλάδα
- καμινάδα
- λεμονάδα
- λιακάδα
- μακαρονάδα
- μανταρινάδα
- νοστιμάδα
- πατινάδα
- περατζάδα
- πηγάδα
- ποδηλατάδα
- πορτοκαλάδα
- πουλάδα
- ρομαντζάδα
- σκιάδα
- σοροκάδα
- σουμάδα
- στρωματσάδα
- φασολάδα
- φρεσκάδα
- φρονιμάδα
In English
- -ade indicates drinks made from a given fruit
Talk about this word "-άδα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/-%CE%AC%CE%B4%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026. -άδα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/-%CE%AC%CE%B4%CE%B1 "-άδα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/-%CE%AC%CE%B4%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {-άδα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/-%CE%AC%CE%B4%CE%B1},
urldate = {2026-11-06}
}