-ίδιο
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
-ίδιο
Where it comes from
-ίδιο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική -ίδιον (μετουσιαστικό υποκοριστικό επίθημα)
: Για όρους χημείας, βιολογίας < (λόγιο δάνειο) νεολατινική -idium < (αρχαία ελληνική) -ίδιον· π.χ. (νεολατινική) gonidium > γον-ίδιον, (γαλλικά) oxide (oxyde) > οξ(ε)-ίδιον]
suffix -ίδιο · -ίδια · -ίδιου · -ιδίου · -ίδιων · -ιδίων
- υποκοριστικό επίθημα για το σχηματισμό ουδέτερων ουσιαστικών παράγωγων από ουσιαστικά: σταγόνα > σταγον-ίδιο, σώμα > σωματ-ίδιο
- κάποτε περιορίζεται ή και χάνεται τελείως η υποκοριστική σημασία του επιθήματος βάρος > βαρ-ίδι(ο), γόνος > γον-ίδιο
- κατάληξη επιστημονικών όρων (γαλλικά) oxide (oxyde) > οξ(ε)-ίδιο
In English
- -ide binary compound of a nonmetal
Talk about this word "-ίδιο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/-%CE%AF%CE%B4%CE%B9%CE%BF. Accessed 6 Nov. 2026. -ίδιο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/-%CE%AF%CE%B4%CE%B9%CE%BF "-ίδιο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/-%CE%AF%CE%B4%CE%B9%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {-ίδιο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/-%CE%AF%CE%B4%CE%B9%CE%BF},
urldate = {2026-11-06}
}