-α
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
-α
Where it comes from
δείτε στους ορισμούς για -α, για -ά και για -α ή -ά
suffix -α
- από ρήματα: γεννώ → γέννα, νυστάζω → νύστα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική -α (βρομῶ - βρόμα) < αρχαία ελληνική (πεινῶ - πεῖνα)
- από επίθετα: πικρός → πίκρα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική -α (ἁλμυρός - ἁλμύρα) < αρχαία ελληνική: επίθετα σε -ρός (ἐχθρός - ἔχθρα)
- κατάληξη ουδέτερων πληθυντικού αριθμού για ουσιαστικά που είναι παρατακτικά σύνθετα μαχαιροπίρουνα
- με ή χωρίς μεγεθυντική σημασία κεφάλι → κεφάλα, γυαλί → γυάλα
- μεγεθυντικό και μειωτικό γαϊδούρι → γαϊδούρα
- κατάληξη ανισοσύλλαβων θηλυκών ουσιαστικών μαμά, γιαγιά
- από επίθετα σε -ός δεξιός → δεξιά
- από επίθετα σε -ύς βαθύς → βαθιά
- από τα επιρρήματα -ως (συχνά με παράλληλους τύπους: καλά-καλώς, ευχάριστα-ευχαρίστως με την ίδια ή διαφορετική σημασία)
- από αρσενικά ουσιαστικά που δηλώνουν ιδιότητα, επάγγελμα ή εθνικότητα θεός → θεά, κουμπάρος → κουμπάρα, δάσκαλος → δασκάλα, Κινέζος → Κινέζα
- από ονόματα ζώων, για να δηλωθεί η μητέρα του ζώου (δείτε και το -α με μεγεθυντική σημασία) κουνέλι → κουνέλα
- για επίθετα σε -ος, -α, -ο (ωραίος → ωραία)
- για επίθετα σε -ης, -α, -ικο (τεμπέλης → τεμπέλα)
- ως προσαρμογή στη δημοτική του θηλυκού λόγιων αρχαίων δικατάληκτων επιθέτων σε -ος, -ος, -ον (η ζημιογόνος → η ζημιογόνα) και σε ουσιαστικά που δηλώνουν επαγγέλματα (ο ξενοδόχος - η ξενοδόχος → και προφορικό η ξενοδόχα)
- κατάληξη ισοσύλλαβων θηλυκών ουσιαστικών όπως χαρά < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική -ά (χαρά)
- για ουσιαστικά περιληπτικά (όσπρια, πιατικά)
- για ουσιαστικά περιληπτικά που είναι ταξινομικοί όροι (Πρωτόζωα, Φυτά)
- για επίθετα ουδέτερα ουσιαστικοποιημένα (ελληνικά, κινέζικα)
In English
- -ly used to form adverbs from adjectives
Talk about this word "-α." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/-%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026. -α. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/-%CE%B1 "-α." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/-%CE%B1.
Cite this
MLA
APA
Chicago
BibTeX
@misc{micwyn_2026,
title = {-α},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/-%CE%B1},
urldate = {2026-11-06}
}