-α

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

-α

Where it comes from

δείτε στους ορισμούς για -α, για -ά και για -α ή -ά

suffix -α

  1. από ρήματα: γεννώ → γέννα, νυστάζω → νύστα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική -α (βρομῶ - βρόμα) < αρχαία ελληνική (πεινῶ - πεῖνα)
  2. από επίθετα: πικρός → πίκρα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική -α (ἁλμυρός - ἁλμύρα) < αρχαία ελληνική: επίθετα σε -ρός (ἐχθρός - ἔχθρα)
  3. κατάληξη ουδέτερων πληθυντικού αριθμού για ουσιαστικά που είναι παρατακτικά σύνθετα μαχαιροπίρουνα
  4. μεγεθυντικό με ή χωρίς μεγεθυντική σημασία κεφάλι → κεφάλα, γυαλί → γυάλα
  5. μεγεθυντικό μεγεθυντικό και μειωτικό γαϊδούρι → γαϊδούρα
  6. κατάληξη ανισοσύλλαβων θηλυκών ουσιαστικών μαμά, γιαγιά
  7. από επίθετα σε -ός δεξιός → δεξιά
  8. από επίθετα σε -ύς βαθύς → βαθιά
  9. από τα επιρρήματα -ως (συχνά με παράλληλους τύπους: καλά-καλώς, ευχάριστα-ευχαρίστως με την ίδια ή διαφορετική σημασία)
  10. από αρσενικά ουσιαστικά που δηλώνουν ιδιότητα, επάγγελμα ή εθνικότητα θεός → θεά, κουμπάρος → κουμπάρα, δάσκαλος → δασκάλα, Κινέζος → Κινέζα
  11. από ονόματα ζώων, για να δηλωθεί η μητέρα του ζώου (δείτε και το -α με μεγεθυντική σημασία) κουνέλι → κουνέλα
  12. για επίθετα σε -ος, -α, -ο (ωραίος → ωραία)
  13. για επίθετα σε -ης, -α, -ικο (τεμπέλης → τεμπέλα)
  14. ως προσαρμογή στη δημοτική του θηλυκού λόγιων αρχαίων δικατάληκτων επιθέτων σε -ος, -ος, -ον (η ζημιογόνος → η ζημιογόνα) και σε ουσιαστικά που δηλώνουν επαγγέλματα (ο ξενοδόχος - η ξενοδόχος → και προφορικό η ξενοδόχα)
  15. κατάληξη ισοσύλλαβων θηλυκών ουσιαστικών όπως χαρά < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική -ά (χαρά)
  16. για ουσιαστικά περιληπτικά (όσπρια, πιατικά)
  17. για ουσιαστικά περιληπτικά που είναι ταξινομικοί όροι (Πρωτόζωα, Φυτά)
  18. για επίθετα ουδέτερα ουσιαστικοποιημένα (ελληνικά, κινέζικα)

In English

  • -ly used to form adverbs from adjectives

Talk about this word

Cite this
MLA

"-α." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/-%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

-α. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/-%CE%B1

Chicago

"-α." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/-%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {-α},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/-%CE%B1},
  urldate = {2026-11-06}
}