-δρόμιο
Ελληνικά
AI Pe înțelesul tuturor
Se scrie o scurtă explicație…
Scris de un AI al casei pe baza articolului de mai jos, în limba ta. Sursa e chiar articolul.
-δρόμιο
- ˈðɾo.mi.o
De unde vine
-δρόμιο < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή -δρόμιον < αρχαία ελληνική -δρόμιος < δρόμος
sufix -δρόμιο · -δρόμια · -δρομίου · -δρόμιου · -δρομίων
- β΄ συνθετικό λέξεων που δηλώνουν κάποιο είδος δρόμου που εξυπηρετεί την κίνηση αυτών που δηλώνει το α΄ συνθετικό πεζοδρόμιο
- β΄ συνθετικό λέξεων που δηλώνουν ένα σύνολο εγκαταστάσεων με διάδρομο προσγείωσης και απογείωσης αεροδρόμιο, κοσμοδρόμιο
- β΄ συνθετικό λέξεων που δηλώνουν ένα σύνολο αθλητικών εγκαταστάσεων σχετικών με αυτό που δηλώνει το α΄ συνθετικό παγοδρόμιο, ποδηλατοδρόμιο
În engleză
- -drome suffix
Discută despre acest cuvânt "-δρόμιο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/-%CE%B4%CF%81%CF%8C%CE%BC%CE%B9%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. -δρόμιο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/-%CE%B4%CF%81%CF%8C%CE%BC%CE%B9%CE%BF "-δρόμιο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/-%CE%B4%CF%81%CF%8C%CE%BC%CE%B9%CE%BF.Citează
@misc{micwyn_2026,
title = {-δρόμιο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/-%CE%B4%CF%81%CF%8C%CE%BC%CE%B9%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}