-ικός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

-ικός

  • iˈkos

Where it comes from

-ικός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική -ικός για δήλωση ιδιότητας, χαρακτηριστικών ή καταγωγής

:* για όρους που δηλώνουν επιστήμες, τέχνες < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική -ικός & (λόγιο δάνειο) διαγλωσσική ορολογία < νεολατινική -icus < λατινική -icus όπως αγγλικά -ic (π.χ. fanatic), γαλλικά -ique (π.χ. fanatique), γερμανικά -isch (π.χ. fanatisch)

suffix -ικός · -ική · -ικιά · -ικό · -ικού · -ικής

  1. ...που παράγονται από εθνικά ουσιαστικά. Δηλώνουν ότι το επίθετο προέρχεται από τη χώρα, την πόλη, την περιοχή ή γενικά από ένα σύνολο ανθρώπων. Άγγλος > αγγλικός, Γάλλος > γαλλικός, Ρουμανία > ρουμανικός
  2. ...που παράγονται από προσηγορικά ουσιαστικά. Δηλώνουν κάτι που αναφέρεται ή ανήκει ή χαρακτηρίζει ή προέρχεται από το ομόρριζο ουσιαστικό δημοκρατία > δημοκρατικός, μέτωπο > μετωπικός, λαός > λαϊκός
  3. ...που παράγονται από ρήματα. Δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο έχει την ιδιότητα ή την ικανότητα να κάνει αυτό που εκφράζει η πρωτότυπη λέξη ή είναι κατάλληλο γι' αυτό δημιουργώ > δημιουργικός, πειθαρχώ > πειθαρχικός
  4. ...που σχηματίζουν αφηρημένα θηλυκά ουσιαστικά που δηλώνουν τέχνη, επιστήμη, μάθηση... (με ουσιαστικοποίηση του θηλυκού του επιθέτου στον ενικό αριθμό)
  5. ...απ' τα οποία προκύπτουν περιληπτικά ουσιαστικά (με ουσιαστικοποίηση του ουδετέρου του επιθέτου στον πληθυντικό αριθμό) ασημικά, γυαλικά, λαχανικά
  6. ...που δηλώνουν τη συνομοταξία ή γενικά μεγάλη κατηγορία ζώων ή φυτών με κοινά χαρακτηριστικά (με ουσιαστικοποίηση του ουδετέρου του επιθέτου στον πληθυντικό αριθμό) μηρυκαστικά, τρωκτικά
  7. ...που δίνουν τη γενική ονομασία παρεμφερών ασθενειών που αφορούν το μέρος του σώματος που εκφράζει η πρωτότυπη λέξη (με ουσιαστικοποίηση του ουδετέρου του επιθέτου στον πληθυντικό αριθμό) εντερικά, μητρικά

In English

  • -ish appended to words
  • -ese forming adjectives or nouns describing things or people characteristic of a part
  • -ic Note: these translations are a guide only. For more precise translations, see in

Talk about this word

Cite this
MLA

"-ικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/-%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

-ικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/-%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"-ικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/-%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {-ικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/-%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}