Μίκουιν

узревать

Русский · Συνώνυμα και αντώνυμα

AI Με απλά λόγια

Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…

Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.

узревать

  • [ʊzrʲɪˈvatʲ]

Από πού έρχεται

Происходит от ??

ρήμα узрева́ю · узрева́ем · узрева́ешь · узрева́ете · узрева́ет · узрева́ют

  1. устар. усматривать, начинать видеть

Παρόμοιες: усматривать

ρήμα узрева́ю · узрева́ем · узрева́ешь · узрева́ете · узрева́ет · узрева́ют

  1. разг. становиться зрелым; созревать, поспевать

Παρόμοιες: зреть, созревать, поспевать

Συνώνυμα και αντώνυμα

ρήμα

Παρόμοιες: усматривать

ρήμα

Παρόμοιες: зреть, созревать, поспевать

Συζήτησε αυτή τη λέξη

Παραπομπή
MLA

"узревать." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/ru/%D1%83%D0%B7%D1%80%D0%B5%D0%B2%D0%B0%D1%82%D1%8C. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

узревать. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/ru/%D1%83%D0%B7%D1%80%D0%B5%D0%B2%D0%B0%D1%82%D1%8C

Chicago

"узревать." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/ru/%D1%83%D0%B7%D1%80%D0%B5%D0%B2%D0%B0%D1%82%D1%8C.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {узревать},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/ru/%D1%83%D0%B7%D1%80%D0%B5%D0%B2%D0%B0%D1%82%D1%8C},
  urldate = {2026-11-07}
}