άβακας

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

άβακας

  • ˈa.va.kas

Where it comes from

άβακας < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἄβαξ

noun άβακας · άβακες · άβακα · αβάκων

  1. τετράγωνη επίπεδη πλάκα από σχιστόλιθο ή ξύλο για χάραξη γεωμετρικών σχημάτων
  2. επίπεδη επιφάνεια, συνήθως τετράπλευρη, που χρησιμοποιείται για επιτραπέζια παιχνίδια, π.χ. σκακιέρα
  3. πλάκα που χρησιμοποιείται στην τυπογραφία
  4. αρχαιολογία τετράγωνη πλάκα στο πάνω μέρος του κιονόκρανου όπου ακουμπά το επιστύλιο
  5. αριθμητήριο, όργανο αποτελούμενο από σειρές χανδρών, που χρησιμοποιείται για καταμέτρηση αντικειμένων και εκτέλεση απλών αριθμητικών πράξεων
  6. στρατιωτικός όρος τμήμα διόπτρας πυροβόλου όπλου
  7. ναυπηγικός όρος η κάθετη πρύμη της λέμβου

    Similar: παπαδιά, καθρέφτης

In English

  • abacus (obsolete) table or tray scattered with sand for calculating or drawing
  • abax ancient counting board

Talk about this word

Cite this
MLA

"άβακας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%B2%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

άβακας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%B2%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CF%82

Chicago

"άβακας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%B2%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {άβακας},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%B2%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}