άβρεχτος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

άβρεχτος

  • ˈa.vɾe.xtos

Where it comes from

άβρεχτος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἄβρεκτος με ανομοίωση της προφοράς [kt] > [xt]. Συγχρονικά αναλύεται σε ά- + βρέχω + -τος

adjective άβρεχτος · άβρεχτη · άβρεχτο · άβρεχτου · άβρεχτης

  1. που δεν έχει βραχεί ※ Ήταν φανερό ότι επέλεγε με μεγάλη δυσκολία τις φράσεις της, δεσμευμένη καθώς ήταν από το επαγγελματικό απόρρητο, σαν κάποιον που οφείλει να διασχίσει ένα ποτάμι άβρεχτος και πατά στα βότσαλα που προεξέχουν από το νερό, κινδυνεύοντας κάθε στιγμή να χάσει την ισορροπία του και να γίνει μούσκεμα.
  2. figuratively, rare, μεταφορικά, σπάνιο που δεν έχει απώλειες

Similar: στεγνός · Opposite: βρεγμένος, βρεμένος

Thesaurus

adjective

Similar: στεγνός · Opposite: βρεγμένος, βρεμένος

Talk about this word

Cite this
MLA

"άβρεχτος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%B2%CF%81%CE%B5%CF%87%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

άβρεχτος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%B2%CF%81%CE%B5%CF%87%CF%84%CE%BF%CF%82

Chicago

"άβρεχτος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%B2%CF%81%CE%B5%CF%87%CF%84%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {άβρεχτος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%B2%CF%81%CE%B5%CF%87%CF%84%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}