άβρεχτος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
άβρεχτος
- ˈa.vɾe.xtos
Where it comes from
άβρεχτος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἄβρεκτος με ανομοίωση της προφοράς [kt] > [xt]. Συγχρονικά αναλύεται σε ά- + βρέχω + -τος
adjective άβρεχτος · άβρεχτη · άβρεχτο · άβρεχτου · άβρεχτης
- που δεν έχει βραχεί ※ Ήταν φανερό ότι επέλεγε με μεγάλη δυσκολία τις φράσεις της, δεσμευμένη καθώς ήταν από το επαγγελματικό απόρρητο, σαν κάποιον που οφείλει να διασχίσει ένα ποτάμι άβρεχτος και πατά στα βότσαλα που προεξέχουν από το νερό, κινδυνεύοντας κάθε στιγμή να χάσει την ισορροπία του και να γίνει μούσκεμα.
- που δεν έχει απώλειες
Thesaurus
Talk about this word "άβρεχτος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%B2%CF%81%CE%B5%CF%87%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. άβρεχτος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%B2%CF%81%CE%B5%CF%87%CF%84%CE%BF%CF%82 "άβρεχτος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%B2%CF%81%CE%B5%CF%87%CF%84%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {άβρεχτος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%B2%CF%81%CE%B5%CF%87%CF%84%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}