στεγνός
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
στεγνός¹
- steˈɣnos
Sounds like στυγνός (άλλης ετυμολογίας)
Where it comes from
στεγνός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική στεγνός < στεγ- (στέγω, στέγη)
: σημασία «αδυνατισμένος» < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική sec
adjective στεγνός · στεγνή · στεγνό · στεγνού · στεγνής
-
που δεν έχει διαποτιστεί από νερό ή άλλο υγρό, δεν έχει βραχεί
Opposite: βρεγμένος
-
που του λείπουν υγρά
Similar: αφυδατωμένος · Opposite: ενυδατωμένος
- αδυνατισμένος, αποστεωμένος
-
που δεν είναι γλαφυρός
Opposite: γλαφυρός
- χωρίς συναίσθημα
- αχρήματος, αδέκαρος
-
που δεν έχει πιει καθόλου
Similar: άπιωτος, αμέθυστος · Opposite: πιωμένος, μεθυσμένος
- που δεν έχει κάνει χρήση ναρκωτικών ουσιών ή φαρμάκων
- τα στεγνά
Στεγνός²
Where it comes from
Στεγνός < στεγνός
proper noun Στεγνός · Στεγνοί · Στεγνού · Στεγνών · Στεγνό · Στεγνούς
- ανδρικό επώνυμο
In English
- dry lacking any kind of liquid or moisture
Talk about this word "στεγνός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B5%CE%B3%CE%BD%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. στεγνός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B5%CE%B3%CE%BD%CF%8C%CF%82 "στεγνός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B5%CE%B3%CE%BD%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {στεγνός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B5%CE%B3%CE%BD%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}