στεγνός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

στεγνός¹

  • steˈɣnos

Sounds like στυγνός (άλλης ετυμολογίας)

Where it comes from

στεγνός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική στεγνός < στεγ- (στέγω, στέγη)

: σημασία «αδυνατισμένος» < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική sec

adjective στεγνός · στεγνή · στεγνό · στεγνού · στεγνής

  1. που δεν έχει διαποτιστεί από νερό ή άλλο υγρό, δεν έχει βραχεί

    Opposite: βρεγμένος

  2. που του λείπουν υγρά

    Similar: αφυδατωμένος · Opposite: ενυδατωμένος

  3. figuratively, μεταφορικά αδυνατισμένος, αποστεωμένος
  4. λογοτεχνία που δεν είναι γλαφυρός

    Opposite: γλαφυρός

  5. figuratively, μεταφορικά χωρίς συναίσθημα
  6. figuratively, μεταφορικά αχρήματος, αδέκαρος
  7. figuratively, μεταφορικά που δεν έχει πιει καθόλου

    Similar: άπιωτος, αμέθυστος · Opposite: πιωμένος, μεθυσμένος

  8. figuratively, μεταφορικά που δεν έχει κάνει χρήση ναρκωτικών ουσιών ή φαρμάκων
  9. vulgar, ουσιαστικοποιημένο, ναυτικός όρος, λαϊκότροπο τα στεγνά

Στεγνός²

Where it comes from

Στεγνός < στεγνός

proper noun Στεγνός · Στεγνοί · Στεγνού · Στεγνών · Στεγνό · Στεγνούς

  1. ανδρικό επώνυμο

In English

  • dry lacking any kind of liquid or moisture

Talk about this word

Cite this
MLA

"στεγνός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B5%CE%B3%CE%BD%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

στεγνός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B5%CE%B3%CE%BD%CF%8C%CF%82

Chicago

"στεγνός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B5%CE%B3%CE%BD%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {στεγνός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B5%CE%B3%CE%BD%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}