άγιος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
άγιος¹
- ˈa.ʝi.os
- ˈa.ʝos
Where it comes from
άγιος < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ἅγιος < αρχαία ελληνική ἅγιος (ιερός)
adjective αγία · αγίου · αγίας · αγίων
-
που έχει σχέση με το Θεό
το Άγιο Πνεύμα
Similar: θεϊκός
- που έχει ζήσει τη ζωή του σύμφωνα με τις οδηγίες της θρησκείας του ο άγιος Κωνσταντίνος, η αγία Ελένη
-
που είναι πολύ καλός και ήρεμος
είναι άγιος άνθρωπος
Similar: καλόκαρδος
Άγιος²
- ˈa.ʝi.os
- ˈa.ʝos
Where it comes from
Άγιος < άγιος με κεφαλαίο αρχικό γράμμα (→ δείτε άγιος) για αναφορά σε ναωνύμια και τοπωνύμια
adjective Αγία · Αγίου · Αγίας · Αγίων
- ναωνυμίου Βαφτίζω το γιο μου στον Άγιο Νικόλαο, μια πολύ συμπαθητική εκκλησιά, γιατί τον είχα τάξει στον αγιο-Νικόλα.
- τοπωνύμιου ο Άγιος Νικόλαος είναι πόλη της Κρήτης που έχει το όνομα του αγίου Νικολαου, του αγίου των ναυτικών.
- για ονόματα αγίων
proper noun Αγία · Αγίου · Αγίας · Αγίων
- ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Άγιου ή Αγίου)
- ονομασία οικισμών της Εύβοιας
In English
Talk about this word "άγιος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026. άγιος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CF%82 "άγιος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {άγιος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-06}
}