άγιος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

άγιος¹

  • ˈa.ʝi.os
  • ˈa.ʝos

Where it comes from

άγιος < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ἅγιος < αρχαία ελληνική ἅγιος (ιερός)

adjective αγία · αγίου · αγίας · αγίων

  1. θρησκεία που έχει σχέση με το Θεό το Άγιο Πνεύμα

    Similar: θεϊκός

  2. που έχει ζήσει τη ζωή του σύμφωνα με τις οδηγίες της θρησκείας του ο άγιος Κωνσταντίνος, η αγία Ελένη
  3. figuratively, μεταφορικά που είναι πολύ καλός και ήρεμος είναι άγιος άνθρωπος

    Similar: καλόκαρδος

Άγιος²

  • ˈa.ʝi.os
  • ˈa.ʝos

Where it comes from

Άγιος < άγιος με κεφαλαίο αρχικό γράμμα (→ δείτε άγιος) για αναφορά σε ναωνύμια και τοπωνύμια

adjective Αγία · Αγίου · Αγίας · Αγίων

  1. ναωνυμίου Βαφτίζω το γιο μου στον Άγιο Νικόλαο, μια πολύ συμπαθητική εκκλησιά, γιατί τον είχα τάξει στον αγιο-Νικόλα.
  2. τοπωνύμιου ο Άγιος Νικόλαος είναι πόλη της Κρήτης που έχει το όνομα του αγίου Νικολαου, του αγίου των ναυτικών.
  3. για ονόματα αγίων

proper noun Αγία · Αγίου · Αγίας · Αγίων

  1. ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Άγιου ή Αγίου)
  2. ονομασία οικισμών της Εύβοιας

In English

  • holy dedicated to a religious purpose
  • saint person proclaimed as saint
  • hallow holy person

Talk about this word

Cite this
MLA

"άγιος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

άγιος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CF%82

Chicago

"άγιος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {άγιος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}