άγνωστος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
άγνωστος¹
- ˈa.ɣno.stos
Where it comes from
άγνωστος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἄγνωστος. Συγχρονικά αναλύεται σε ά- στερητικό + γνωστός
adjective άγνωστος · άγνωστη · άγνωστο · άγνωστου · άγνωστης
- που δεν είναι γνωστός ※ Παρ'όλο που αρκετοί ιοί φαίνεται να προκαλούν διάρροια στις στρουθοκαμήλους (παραμυξοϊός, ρεοϊός, ερπητοϊός, birna-like ιός, εντεροϊός, αδενοϊός και κοροναϊός), η συχνότητα με την οποία αυτοί απαντούν είναι άγνωστη. (Δελτίον της Ελληνικής Κτηνιατρικής Εταιρείας, τόμος 52, 2001)
- διάδικος ή μάρτυς αγνώστου διαμονής, ή διαθέτης ή κληρονόμος αγνώστων στοιχείων
- οποιοδήποτε άτομο όπου η εξακρίβωση στοιχείων ταυτότητάς του καθίσταται αδύνατη
noun άγνωστος · άγνωστη · άγνωστο · άγνωστου · άγνωστης
- κάποιος άνθρωπος που δεν τον γνωρίζουμε· ένας ξένος
Άγνωστος²
Where it comes from
Άγνωστος < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Άγνωστος · Αγνώστου · Agnostos
- ανδρικό επώνυμο
Thesaurus
In English
- unknown not known
- stranger person whom one does not know
- unfamiliar not familiar
- undiscovered that has not been discovered
Talk about this word "άγνωστος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%B3%CE%BD%CF%89%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. άγνωστος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%B3%CE%BD%CF%89%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82 "άγνωστος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%B3%CE%BD%CF%89%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {άγνωστος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%B3%CE%BD%CF%89%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}