άγουρος
Ελληνικά · 同义词与反义词
AI 通俗地说
正在写简短说明……
由驻站 AI 根据下面的词条用你的语言写成。来源是词条本身。
άγουρος¹
它从哪里来
άγουρος < μεσαιωνική ελληνική άγουρος < αρχαία ελληνική ἄωρος
形容词 άγουρος · άγουρη · άγουρο · άγουρου · άγουρης
名词 άγουρος · άγουρη · άγουρο · άγουρου · άγουρης
- το αγόρι, ο νέος, το παλικάρι αυτάνα μ' εκινήσασι τη σήμερον ημέραν, / ν' αναθιβάλω και να πω τά κάμαν και τά φέραν / σ' μιά κόρη κ' έναν άγουρο, που μπερδευτήκα' ομάδι / σε μιά φιλιάν αμάλαγη, με δίχως ασκημάδι. (Βιτσέντζος Κορνάρος, Ερωτόκριτος, Α, 7-10)
Άγουρος²
它从哪里来
Άγουρος < άγουρος
专有名词 Άγουρος · Αγούρου · Agouros
- ανδρικό επώνυμο
英语
讨论这个词 "άγουρος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%B3%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. άγουρος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%B3%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%BF%CF%82 "άγουρος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%B3%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%BF%CF%82.引用
@misc{micwyn_2026,
title = {άγουρος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%B3%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}