米克温

άγουρος

Ελληνικά · 同义词与反义词

AI 通俗地说

正在写简短说明……

由驻站 AI 根据下面的词条用你的语言写成。来源是词条本身。

άγουρος¹

它从哪里来

άγουρος < μεσαιωνική ελληνική άγουρος < αρχαία ελληνική ἄωρος

形容词 άγουρος · άγουρη · άγουρο · άγουρου · άγουρης

  1. για φρούτα και καρπούς που δεν έχει ακόμη ωριμάσει

    相近词: αγίνωτος, ανώριμος, άωρος, πρόωρος, πρώιμος

  2. για πρόσωπα που δεν έχει ολοκληρωθεί, που δεν έχει πείρα

    相近词: άπειρος, ανώριμος

  3. figuratively, μεταφορικά που δεν έχει αναπτυχθεί, δεν έχει ολοκληρωθεί

    相近词: ανολοκλήρωτος, ανώριμος, πρόωρος, πρώιμος

名词 άγουρος · άγουρη · άγουρο · άγουρου · άγουρης

  1. το αγόρι, ο νέος, το παλικάρι αυτάνα μ' εκινήσασι τη σήμερον ημέραν, / ν' αναθιβάλω και να πω τά κάμαν και τά φέραν / σ' μιά κόρη κ' έναν άγουρο, που μπερδευτήκα' ομάδι / σε μιά φιλιάν αμάλαγη, με δίχως ασκημάδι. (Βιτσέντζος Κορνάρος, Ερωτόκριτος, Α, 7-10)

Άγουρος²

它从哪里来

Άγουρος < άγουρος

专有名词 Άγουρος · Αγούρου · Agouros

  1. ανδρικό επώνυμο

英语

讨论这个词

引用
MLA

"άγουρος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%B3%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

άγουρος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%B3%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%BF%CF%82

Chicago

"άγουρος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%B3%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {άγουρος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%B3%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}