άθυρμα
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
άθυρμα
Where it comes from
άθυρμα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἄθυρμα < ἀθύρω + -μα
noun άθυρμα · αθύρματα · αθύρματος · αθυρμάτων
- το παιχνίδι στα αρχαία ελληνικά: ἄθυρμα ※ Ζωόμορφο άθυρμα. […] Πήλινο ειδώλιο σε μορφή χοίρου, που προφανώς χρησίμευε και ως κουδουνίστρα, αφού στο κοίλο εσωτερικό του υπάρχουν μικρές πέτρες ή σπόροι. Πρόκειται για συνήθη τύπο παιδικού παιχνιδιού που πιθανότατα παρήχθη σε εργαστήριο της Σαλαμίνας
- ο άνθρωπος που δεν έχει πρωτοβουλία, που είναι άβουλος, που είναι παίγνιο άλλου προσώπου ή καταστάσεων
Similar: παιχνίδι, παιγνίδι, πιόνι, έρμαιο, υποχείριο, μαριονέτα
Thesaurus
In English
- toy something to play with
Talk about this word "άθυρμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%B8%CF%85%CF%81%CE%BC%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. άθυρμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%B8%CF%85%CF%81%CE%BC%CE%B1 "άθυρμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%B8%CF%85%CF%81%CE%BC%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {άθυρμα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%B8%CF%85%CF%81%CE%BC%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}