παιχνίδι
Ελληνικά · 同义词与反义词
AI 通俗地说
正在写简短说明……
由驻站 AI 根据下面的词条用你的语言写成。来源是词条本身。
παιχνίδι
- peˈxni.ði
它从哪里来
παιχνίδι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική παιγνίδι < παιγνίδιον < αρχαία ελληνική παίγνιον < παίζω < παῖς < πρωτοελληνική *pā́wits < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *péh₂wids < *peh₂u-
名词 παιχνίδι · παιχνίδια · παιχνιδιού · παιχνιδιών
- αντικείμενο ή δραστηριότητα ευχαρίστησης, διασκέδασης, ψυχαγωγίας και μερικές φορές, άσκησης και μάθησης ※ Στερημένος ο Γιώργος, όπως κι όλα τα παιδιά στους χαλεπούς εκείνους καιρούς, από χειροποίητα ή βιομηχανικά παιχνίδια, είχε βάλει στο μάτι ένα πανέμορφο, χρωματιστό τσίγκινο καρούλι, στο οποίο ήταν τυλιγμένο το λευκοπλάστ του παππού. (Γιώργος Κοκοτός, Το χωράφι της Μαρούλαινας, εκδ. Πατάκης, 2017)
- παιδιά / αθλοπαιδιά
- αγώνας, ματς, αθλητική αναμέτρηση Η λήξη του παιχνιδιού βρήκε τις δύο ομάδες ισόπαλες.
- χαρτοπαικτική παρτίδα
- σκορ Πόσο είναι το παιχνίδι;
- σύνολο βαθμών ή πόντων απαιτούμενων για να κερδηθεί ένας αγώνας Ποιο είναι το παιχνίδι;
- τακτική και στρατηγική σε παιγνίδι, τρόπος παιξίματος κάνει σκληρό παιχνίδι
- τέχνασμα, κόλπο, απάτη, εξαπάτηση παίζονται άσχημα παιχνίδια
- πλάκα, αστείο
- επιδίωξη, σκοπός
- κάτι πολύ εύκολο Κάτι τέτοια, για σένα θα είναι παιχνίδι.
- έρμαιο
相近词: άθυρμα
同义词与反义词
名词
相近词: άθυρμα
英语
讨论这个词 "παιχνίδι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%B9%CF%87%CE%BD%CE%AF%CE%B4%CE%B9. Accessed 6 Nov. 2026. παιχνίδι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%B9%CF%87%CE%BD%CE%AF%CE%B4%CE%B9 "παιχνίδι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%B9%CF%87%CE%BD%CE%AF%CE%B4%CE%B9.引用
@misc{micwyn_2026,
title = {παιχνίδι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%B9%CF%87%CE%BD%CE%AF%CE%B4%CE%B9},
urldate = {2026-11-06}
}