άκρο

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

άκρο

  • ˈa.kɾo

Where it comes from

άκρο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἄκρον < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του: ἄκρος < από κοινή ρίζα -ακ- με "αἰχμή" κ.α. λέξεις που σημαίνουν προεξοχή

:* για την υπερβολή < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική extrémités (στον πληθυντικό)

noun άκρο · άκρα · άκρου · άκρων

  1. το τελευταίο σημείο, το έσχατο σημείο μη με οδηγείς στα άκρα (σε σημείο που υπερβαίνει τα όρια της υπομονής μου)
  2. ένα από τα τέσσερα ακραία μέλη του σώματος, δηλαδή τα χέρια ή τα πόδια τραυματίσθηκε σοβαρά στα κάτω άκρα
  3. plural normally, συνήθως στον πληθυντικό η υπερβολή, το εξωπραγματικό, το ακραίο σημείο Ο Κώστας είναι τύπος των άκρων, θα μας δημιουργήσει πρόβλημα (έχει ακραίες επιλογές ή συμπεριφορές)

Similar: άκρη, άκρια, άκρος, αιχμή, μύτη, μυτερό, αιχμηρό, τέλος

Thesaurus

In English

  • end extreme part
  • top uppermost part — see also apex
  • appendage external body part

Talk about this word

Cite this
MLA

"άκρο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%BA%CF%81%CE%BF. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

άκρο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%BA%CF%81%CE%BF

Chicago

"άκρο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%BA%CF%81%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {άκρο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%BA%CF%81%CE%BF},
  urldate = {2026-11-06}
}