άλογο
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
άλογο¹
- ˈa.lo.ɣo
Where it comes from
άλογο < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ἄλογον < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου ἄλογος (αρχαία ελληνική ἄλογος) (όπως στη στρατιωτική ορολογία, σε αντιδιαστολή προς το ανθρώπινο τμήμα του στρατού, τους άνδρες, που είχαν λογική ή λόγο, δηλαδή διέθεταν ομιλία)
:* για τη μονάδα ισχύος «ίππος» < λόγιο σημασιολογικό δάνειο από τη νέα ελληνική ίππος
noun άλογο
- (Equus caballus) τετράποδο χορτοφάγο θηλαστικό με δυνατές οπλές, πλούσια χαίτη και μακριά ουρά, που διαθέτει μεγάλη ταχύτητα στο τρέξιμο. Χρησιμοποιήθηκε από την αρχαιότητα ως μέσο μετακίνησης και αποτέλεσε την μοναδική κινητήρια δύναμη των ιππήλατων αμαξών
- το πιόνι στο σκάκι που έχει τη μορφή αλόγου και λέγεται ίππος
- μονάδα ισχύος κινητήριας μηχανής
Similar: αλόγατο, λαϊκότροπο, άτι, λογοτεχνικό, ίππος, επίσημο, επιβήτορας, φοράδα, αλόγα, αλογίνα
adjective άλογο
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του άλογος
Άλογο²
Where it comes from
Άλογο < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Άλογο · Alogo
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
Thesaurus
noun
Similar: αλόγατο, λαϊκότροπο, άτι, λογοτεχνικό, ίππος, επίσημο, επιβήτορας, φοράδα, αλόγα, αλογίνα
In English
Talk about this word "άλογο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. άλογο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%BF "άλογο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {άλογο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}