ίππος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ίππος¹

  • ˈi.pos

Where it comes from

ίππος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἵππος < πρωτοελληνική *íkkʷos < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₁éḱwos < *h₁oh₁ḱu (ταχύς, ὠκύς)

:* για το όργανο γυμναστικής < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική cheval d΄arçon

:* για τον όρο της φυσικής < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική cheval ή από την αγγλική horse (power)

noun ίππος · ίπποι · ίππου · ίππων · ίππο · ίππους

  1. formal, λόγιο, θηλαστικό ζώο το άλογο
  2. αθλητισμός το όργανο γυμναστικής με λαβές, για την εκτέλεση περιστροφών και άλλων γυμνασμάτων
  3. αθλητισμός το όργανο γυμναστικής χωρίς λαβές, για την εκτέλεση άλματος
  4. φυσική η μονάδα μέτρησης ισχύος, ίση με 735,499 watt μηχανή δέκα ίππων
  5. σκάκι ένα πιόνι με σχήμα κεφαλής αλόγου

    Similar: άλογο

Ίππος²

Where it comes from

Ίππος < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Ίππος

  1. ανδρικό όνομα

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ίππος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AF%CF%80%CF%80%CE%BF%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

ίππος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AF%CF%80%CF%80%CE%BF%CF%82

Chicago

"ίππος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AF%CF%80%CF%80%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ίππος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AF%CF%80%CF%80%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}