άνθρακας
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
άνθρακας
- ˈan.θɾa.kas
Where it comes from
άνθρακας < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἄνθραξ από την αιτιατική «τὸν ἄνθρακα»
:* για το χημικό στοιχείο < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική carbon < γαλλική carbone (ονομασία που δόθηκε από τον Λαβουαζιέ (Lavoisier) < λατινική carbo
:* για την ασθένεια < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική anthrax < λατινική anthrax
noun άνθρακας · άνθρακες · άνθρακα · ανθράκων
- αμέταλλο χημικό στοιχείο με ατομικό αριθμό 6 και χημικό σύμβολο το C, που αποτελεί απαραίτητο στοιχείο των οργανικών ενώσεων
- επικίνδυνη μολυσματική ασθένεια που οφείλεται στον ομώνυμο βάκιλο
Similar: κάρβουνο
Thesaurus
noun
Similar: κάρβουνο
In English
Talk about this word "άνθρακας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%BD%CE%B8%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. άνθρακας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%BD%CE%B8%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CF%82 "άνθρακας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%BD%CE%B8%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {άνθρακας},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%BD%CE%B8%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}